«Ο Φοίνικας ξαναγεννιέται από την στάχτη του!»
Posted by Κωνσταντίνος Γεωργίου Fri, 12 May 2006 20:11:16 EEST
[ Όλες οι φωτογραφίες στο κείμενο μου, έχουν φωτογραφηθεί την περασμένη Δευτέρα (1 Μαΐου), το παρεκκλήσι ήταν σε πιο άθλια κατάσταση].
Μια εικόνα λένε είναι χίλιες λεξεις .Τα απομεινάργια αυτής της μικρής καλύβας ανήκουν στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται σε βιομηχανική περιοχή της Λεμεσού.
Μέρα Κυριακή του Θωμά ,όπου ήταν και η γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Μετά από την μικρή πρωινή λειτουργία που αυτή την μέρα πάντα γίνεται στο εκκλησάκι αυτό. πήγα στο εξοχικό του καλού φίλου Θωμά .Ήταν η τελευταία φορά που είδα την θαυματουργή εικόνα του Αγίου….
Όπως και να έχει το περασμένο Σάββατο ένιωσα την ανάγκη μιας και πέρασε καιρός ,να επισκεφτώ το εκκλησάκι, που τακτικά το επισκέπτομαι όταν με προβληματίζει κάτι. Να λοιπόν που έκπληκτος βρέθηκα μπρος σε ένα καρβουνιασμένο τοπίο .Που το μόνο που ξεχώριζε έντονα ήταν οι πλαστικές κορδέλες της αστυνομίας . Τίποτα δεν έμεινε ούτε καν η θαυματουργή εικόνα του Αγίου. Εδώ και δεκαέξι χρόνια , από τότε που ήμουν παιδί περπατούσα και ερχόμουν ,να προσευχηθώ, να Του πω τα παραπονά μου, να κάνω μια ευχή και να δω το κέρμα μου να κολλάει σαν μαγνήτης στην Αγία του εικόνα.
Κάθισα σε μια πέτρα απέναντι από το εκκλησάκι για λίγο, απλά κοιτάζοντας ότι του απέμεινε .Και με ένα κόμπο στο στομάχι άρχισα να αναλογίζομε όλες εκείνες τις φορές που μέσα σε αυτό το εκκλησάκι εναπόθεσα μαζί με ένα αναμμένο κερί ,τις ελπίδες , τις φοβίες μου και όλη εκείνη την πίστη μου. Μια πίστη ,που με έκανε να είμαι τόσο ευγνώμον, που κάποτε παιδί ακόμα απαίτησα από τον Άγιο να μην με αφήσει ποτέ, τουλάχιστον αυτός και να μου σώσει ότι σωζόταν από ότι αγαπούσα πάνω σε αυτό τον κόσμο. Δεν θα ξεχάσω εκείνη την φορά που ένα αεράκι μπήκε διακριτικά από το σιδερένιο παράθυρο και κούνησε τα καντήλια πέρα δώθε , κάνοντας με να νιώσω ότι το θέλημα μου θα γινότανε πραγματικότητα. Και έγινε τουλάχιστον κατά το ήμισυ.
Από τότε ότι ζητούσα , ακόμα και τα επιφανειακά ,εγωιστικά παρακάλια μου. Όπως να τα πάω καλά σε κάποιες εξετάσεις μαθημάτων, να γίνουν κάποια όνειρα μου πραγματικότητα…. Όλα αυτά φρόντιζε ο Άγιος και μου γινόντουσαν. Άλλοτε όμως δεν μου έκανε όλα τα χατίρια. Ιδίως όταν προσευχόμουν για άλλους, να τους έχει καλά. Αναμφίβολα πέρασε από το μικρό μυαλό μου ότι η δύναμη του Αγίου ήταν περιορισμένη και ο κύριος αίτιος για τις απώλειες μου ήταν ο ίδιος ο Θεός.
Μεγαλώνοντας περισσότερο και με βάση αυτά που λίγοι βλέπουν (και δεν ξέρω αν αυτό τους κάνει ξεχωριστούς ,η καταραμένους. Ας κρίνει ο καθένας όπως νιώθει. ¨Εγώ¨ δε ,το βρίσκω χάρισμα.) , κατανόησα ότι ο Θεός για όλους έχει ένα καλοπροαίρετο σχέδιο , αφού όλοι είναι παιδιά Του ,δημιουργήματα Του ( και φυσικά δεν είμαι εξολοκλήρου επηρεασμένος από τις Διαθήκες , που έγραψαν οι Απόστολοι) . Για εμένα είναι ένας καλλιτέχνης. Έχει φτιάξει τόση πολλή ομορφιά έστω επίκαιρη, μα υπαρχτή . Μόνο Αυτός θα είχε τόση σοφία ώστε να κάνει ένα κόσμο όμορφο, αθάνατο . Και είναι αλήθεια ότι πολλές φορές νιώθω τόσο δυνατά να με πλαισιώνει η ομορφιά αυτού του πλανήτη που ίσως ένα μέρος του να μοιάζει με κομμάτι παραδείσου.
Αν και έφτασα στο σημείο πολλές φορές να μην νιώθω, να μην δακρύζω ενώ διπλά μου ,μου σύμβαινε ένα μεγάλο κακό. Πίστεψα περισσότερο ότι πρόκριτε για δοκιμασίες επώδυνες ναι μεν. Αλλά δεν είναι ολόκληρη η ζωή μια μικρή δοκιμασία, περιπέτεια, μπρος στο άφθαρτο κόσμο Του; Ίσως να βοήθησαν και κάποια πράγματα παράξενα για τους πλείστους ανθρώπους ,αλλά κατανοητά εν μέρει για κάποιους που τα βλέπουνε συχνά. Είναι ακριβώς αυτά τα πράγματα που ανήκουν σε ένα άλλο κόσμο που έρχονται και συμβαίνουν μπρος στα μάτια μας, στον δικό μας κόσμο, στην επιφανειακή πραγματικότητα μας, για να μας υπενθυμίσουν την ουσία , τον σκοπό μας…
Για όλα αυτά συνέχισα να επισκέπτομαι και το εκκλησάκι .Ακόμα και αν έφευγα στο εξωτερικό μόλις επέστεφα με την πρώτη ευκαιρία κατέφευγα σε αυτό το μικρό καταφύγιο για να προσευχηθώ, και να αντλήσω δύναμη. Ας πούμε να βρεθώ ξανά με ένα παλιόφιλο και να του πω τι μου συνέβη και να του ζητήσω κάποια χάρη.
Μιλώντας όμως για άλλο κόσμο ακριβώς , επιστρέφω στο σημείο που καθισμένος σε εκείνη την πέτρα συνεχίζω να κάνω τους λογισμούς μου βλέποντας αυτή τη τραγική εικόνα. Σε κάποια στιγμή όμως με πήρε το παράπονο και έχοντας πάρα πολλή καιρό να κλάψω διαπίστωσα ότι γύρω από τα μάτια μου υπήρχε υγρασία. Ομολογώ ότι αν και ευαίσθητος ,δεν είμαι κλαψιάρης και απόρησα με τον εαυτό μου ,που με συνεπήρε τόσο πολύ ,η κατάντια ενός αντικειμένου, μιας παράγκας στην ουσία .Ενώ σε άλλες περιπτώσεις αν έβαζα τα κλάματα θα ήμουν και πολύ δικαιολογημένος. Σκούπισα τα μάτια μου αλλά αυτά επέμεναν σιωπηλά να δακρύζουν. Ώσπου κάποια στιγμή περνά απο μπρος μου, με φορά, μια άσπρη μερσεντές και καθώς προχωρά , προσπερνώντας κάποια μετρά το κατεστραμμένο εκκλησάκι και εμένα από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Στην συνέχεια σταματά απότομα, βάζει όπισθεν και σταματά δίπλα ,όσο γινότανε από το καρβουνιασμένο εκκλησάκι.
Από το αυτοκίνητο κατεβαίνει μια παχουλή γυναίκα και ένα παιδί. Η γυναίκα στέκεται βλέποντας το θέαμα και βάζει το χέρι της, έκπληκτη φαντάζομαι ,στο στόμα. Ενώ το παιδί με ένα πλατύ χαμόγελο χοροπηδώντας κατευθύνετε προς το μέρος μου. Σκουπίζω σβέλτα και το τελευταίο ίχνος από τα δάκρυα μου και σε δευτερόλεπτα το παιδί βρίσκεται μπρος μου, ρωτώντας με : « Είστε ο άγιος Γεώργιος κύριε;» Εγώ χαμογελώ και απαντώ στο παιδί : «Όχι». «Ε τότε το άλογο πίσω σας τι γυρεύει;» Μου απαντά το παιδί και γυρνάω πίσω μου και βρέθομαι φάτσα με την μουσούδα ενός αλόγου .Ξαφνιάζομαι ,ή καλύτερα ανατριχιάζω ,τόσο πολύ που πετάγομαι πάνω όρθιος και βλέπω το άλογο να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω, να γυρίζει και να αρχίζει να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ήταν ένα από τα όμορφα πλάσματα που είδαν τα ματιά μου. Ένα μεγαλόπρεπο άσπρο άλογο να τρέχει μέσα στην μικρή πεδιάδα με τις κίτρινες μαργαρίτες. Παρακολουθούσα αυτό το ωραίο θέαμα , νιώθοντας ότι δεν επρόκειτο για μια σκηνή στην μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου . Ήταν μια εικόνα που με έκανε να νιώσω γαλήνη , ηρεμία και χαρά μαζί, σε αντίθεση από την προηγούμενη κατάσταση μου ,που εμπνεύστηκε από την εικόνα που βρεθόταν πίσω μου. Δεν πρόλαβε όμως να κρατήσει αυτή η ευφροσύνη για πολύ ,γιατί γίνεται άφαντο το άλογο. Έφταιγε και ο ήλιος φυσικά που ήταν απέναντι μου και σε κάποια στιγμή ήταν σαν να έγινε ένα με το άλογο και δεν έβλεπα τίποτα. Γυρνάω στο παιδί και το ρωτάω βιαστικά αν το βλέπει ,ή προς τα πού πήγε .Και αυτό μου απάντησε ότι μάλλον θα συνέχισε να τρέχει πίσω από τον λόφο. Βγαίνω πάνω στην πέτρα ,αλλά είχε εξαφανιστεί πραγματικά.
Μετά από αυτό η γυναίκα που έχει πλέον τα χέρια της στην μέση γυρίζει προς εμάς και φωνάζει το παιδί: «Γιώργο άφησε τον κύριο ήσυχο, έλα να πάμε σπίτι!». Το παιδί μου λέει φεύγοντας : «Είναι το άλογο του Αγίου Γεωργίου , όποτε έρθω με την μαμά μου εδώ, το βλέπω κάποιες φορές να βόσκει . Αλλά η μαμά μου δεν το πρόλαβε να το δει ποτέ της και δεν με πιστεύει. Για σου κύριε, και χάρηκα που πρόλαβες και το ειδές και εσύ!»
Μετά από αυτό σίγουρα , και έγινα κατάχλομος. Σαν υπνωτισμένος λοιπόν μπαίνω στο αυτοκίνητο. Μετά από κάποια λεπτά περισυλλογής χτυπά το κινητό τηλέφωνο μου και είναι ένας φίλος. Προφανώς καταλαβαίνει ότι δεν είμαι καλά και με ρωτά τι συνέβηκε. Εγώ φυσικά στην αρχή αρνούμαι , λέγοντας ότι όλα πάνε καλά, αλλά η φωνή μου που έτρεμε και δεν μπορούσα να την συγκροτήσω από το σοκ ,με πρόδωσε. « Τι έπαθες ρε, πρώτη φορά ακούγεσαι έτσι. Κρυωμένος δεν είσαι ,κάτι συνέβηκε. Μίλα ρε! Μίλα ,με τρομάζεις.» Φυσικά και δεν ήταν κάτι το συνταραχτικό ,αλλά μάλλον κάτι το υπερβολικά παράξενο και αναπάντεχο. Από την μια μου έδινε μια χαρά από την άλλη ξέροντας ότι τα κατά κάποιο τρόπο παράξενα μηνύματα που έπαιρνα κατά καιρούς ήταν για να με προειδοποιήσουν για κάτι πολύ άσχημο.
Ο παρέας με έπεισε τελικά και του είπα τι συνέβηκε με κάθε λεπτομέρεια. Η πρώτη του κουβέντα μετά από αυτά ,που άκουσε ήταν: «Καλά βρε Κωνσταντίνε δεν βλέπεις ειδήσεις ; Το είπανε , ότι κάϊκέ το εκκλησάκι , από αμέλεια ,που ξέχασαν τα κεριά αναμμένα. Πάντως τον καντηλανάφτη της συνοδείας του παπά που έκανε λειτουργία στο εκκλησάκι θα πρέπει να τον κάψουν σαν τον Ιούδα…. » Μετά προσπάθησε να με καθησυχάσει λέγοντας μου ότι είναι της φαντασίας μου. « Δεν είναι της φαντασίας μου, ένιωσα από πολλή ώρα πριν την ανάσα του αλόγου , απλά πίστευα ότι ήταν ο αέρας!»Είπα εγώ φωναχτά. «Καλά ρε μην κανείς έτσι το ξέρω από πρώτο χέρι ότι λες αλήθεια, ιδίως σε τέτοια θέματα…Έρχομαι σπίτι σου τώρα αμέσως.»Αποκρίθηκε εκείνος.
Πήγα σπίτι και κατέβηκα κατευθείαν στο ατελιέ μου σηκώνοντας ένα προς ένα τους παλιούς στοιβαγμένους πίνακες μου, ψάχνοντας για τις αγιογραφίες μου και συγκεκριμένα μια ,του Αγίου Γεωργίου. Μόλις βρήκα την εικόνα η υποψία μου βγήκε αληθινή .Αυτή η εικόνα ήταν επτά χρονών και άρχισε να γίνεται ένα καιρό που ήθελα να ξεχαστώ από κάτι. Αλλά ξέχασα να τελειώσω και κάτι πάνω σε αυτήν την εικόνα. Αν και την χρύσωσα , τέλειωσα την μορφή και το πίσω τοπίο του αγίου. Το άλογο είχε ακόμα το χρώμα του μπογιατισμένου ξύλου με τις γραμμές του μολυβιού που βρισκόταν κάτω από τις μπογιές. Το σημείο αυτό ήταν ατέλειωτο. Δεν ήταν κάποιο τάμα δικό μου, ή κάποιου πελάτη μου. Αλλά από τις πρώτες εικόνες που έκανα κοντά σε μια καθηγήτρια τέχνης, για να μάθω αγιογραφία. Το παζλ μέχρι στιγμής είχε δημιουργηθεί .Ήταν ξεκάθαρο ότι κάτι ήθελαν να μου πουν όλα αυτά. Αλλά τι;
Αφότου ήρθε ο παρέας , μου είπε ότι γνώριζε πολύ καλά την περιοχή και κάπου πεντακόσια μέτρα από εκεί είναι μια φάρμα αλόγων. « Αν θες πάμε να το εξακριβώσουμε» ,πρόσθεσε. Δεν άντεχα άλλη συγκίνηση για εκείνη την μέρα.. « Λες να υπάρχει ;» ρώτησα. « Και άλογο φάντασμα να είναι, τι σε πειράζει;» απάντησε. Για εμένα ήταν σημαντική η ύπαρξη του ,θα ήταν μια επιβεβαίωση ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, κίνδυνος. Από την άλλη τώρα που το σκέφτομαι ίσως να πανικοβλήθηκα υπερβολικά .Διότι και μη αληθινό να ήταν, το άσπρο άλογο ,θα μπορούσε να ήταν για καλό, ας πούμε ένδειξη ότι ο Θεός με προσέχει, με έχει από κοντά. Δηλαδή, παρόλο που το εκκλησάκι που πολύ αγαπούσα έγινε στάχτη ,ο Άγιος βρισκόταν δίπλα μου. Πραγματικά μακάρι αυτό που νιώθω ότι είναι για καλό να είναι αλήθεια.
Υστέρα σκεφτικά ότι η πολλή σκέψη δεν θα με έβγαζε πουθενά .Η που θα το ερευνούσα, ή που θα το άφηνα έτσι να περάσει και αυτό. Άλλωστε το γεγονός που με λυπούσε ήταν ότι το εκκλησάκι μετά την γιορτή του Αγίου , αφότου έφυγαν και οι τελευταίοι προσκυνητές , από ότι είπανε , αφήσαν όλα τα καντήλια και τα κεριά αναμμένα. Ο Παρέας μου είπε: « Λες να ζήλεψε την πίστη των ανθρώπων το κακό και να έκαψε το παρεκκλήσι; Εξάλλου πολλές ληστείες και γενικά κακουχίες τράβηξε κατά καιρούς . Και μην ξεχνάς ότι πολλά θαύματα είδαμε σε αυτό. Ξέχασες την άλλη φορά που δάκρυζαν μύρο οι εικόνες;…. ».Πράγματι σαν γνώστης της αγιογραφίας και αν υποθέσουμε ότι η μόνη περίπτωση, οι εικόνες να αναπνέουν, να έχει το ξύλο πόρους ώστε να ιδρώσει που λεμέ μετά από λούστρα γόμας. Θα ήταν να ξέβγαλε ένα μίγμα αυγού και ξύδι που πραγματικά βρομάει…
Όπως και να είχε σε κάποια στιγμή σταματήσαμε την πάρλα περί του θέματος και άνοιξα δυο παγωμένες μπυρίτσες και καθισμένοι στην βεράντα αμίλητοι ξοδέψαμε το υπόλοιπο μας Σάββατο. Ξέροντας ότι, το ότι απολαμβάναμε εκείνη την στιγμή ήταν ακόμα ένα θαύμα.
Την περασμένη Δευτέρα καθώς πήγαινα να συναρτήσω κάποιους συναδέλφους από την δουλειά ,σε ένα καφεστιατόριο για φαγητό. Λοξοδρόμησα και πέρασα από το παρεκκλήσι και με μεγάλη μου χαρά παρατήρησα ότι ξεκίνησε η αναστύλωση του. Απόδειξη αυτού οι φωτογραφίες που έβγαλα .
Τις μαργαρίτες μπορεί να τις έκαψε ο ήλιος στο απέναντι χωράφι , αλλά του χρόνου θα έρθει η άνοιξη πάλι και θα ξανά φυτρώσουν, θα ξανανθίσουν όπως την χαρά των ανθρώπων της ενορίας της Αγίας Βαρβάρας που βοηθάνε στην αναστύλωση του μικρού ναού, του Κυρίου .