Μια παρείσακτη παχύσαρκη

Posted by Κωνσταντίνος Γεωργίου Sun, 08 Oct 2006 15:18:40 EEST

[Ίσως στην ιστορία αυτή, που είναι από το προσωπικό μου ημερολόγιο όπως πάντα, να ταίριαζε σαν τίτλος το τραγούδι, του Αλκίνου Ιωαννίδη, Καθρέφτης . Φυσικά πήρα την συγκατάθεση των ατόμων που εμπλέκονται ,για να δημοσιεύσω( ,τα ονόματα που αναφέρονται είναι ψεύτικα).]

Δεν ξέρω πως τα κατάφεραν και με έπεισαν να πάω κινηματογράφο .Δεν έφτανε που δεν παιζότανε καμιά κωμωδία ,ήταν και καλοκαίρι. Μάλιστα, σε μια παραθαλάσσια πόλη που βούιζε όλες σχεδόν τις ώρες από πάρτυ στην παραλία, θα ήταν έγκλημα να κλίνεσαι μέσα σε ένα χώρο μόνο και μόνο για να απολαύσεις μια τρομαχτική ψευτιά. Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις μου και το βέτο που άσκησα. Καθώς και μετά από πολύωρη συζήτηση με την Άννα , δέχτηκα για πρώτη φορά στην ζωή μου, καλοκαίρι καιρό, να ακολουθήσω την παρέα σε αυτή την παραφροσύνη.

Μιλώντας για παραφροσύνη ,ίσως αυτό που διαδραματίστηκε μπρος μου λίγο πριν περάσουμε στο δωμάτιο της προβολής, ήταν αρκετό για να με πείσει, ότι οι άνθρωποι τις φοβίες τους τις κάνουν ¨έργα¨ .Έτσι μου άλλαξε και την θεωρία της απέχθειας μου, για τον χώρο αυτό, ιδίως αυτή την εποχή. Ένα χώρο μέσα στο σκοτάδι που επέμενε να αποτυπώνει σαν φωτοτυπική μηχανή τις ζωές κάποιον ανθρώπων στα μάτια τους .Κλέβοντας τους έτσι ,τις στιγμές τους. Ήταν και αλλά το ξερώ… ,αλλά αυτήν την συγκεκριμένη στιγμή-παράσταση, έμαθα πως από τα απλά και τα μικρά ,δίνεις ,ή ,δεν δίνεις, αξία σε ένα χώρο, σε ¨μια εποχή¨, σε έναν άνθρωπο.

Ήμασταν στην ουρά για να παραδώσουμε το εισιτήριο μας ώστε να προχωρήσουμε στην αίθουσα που θα προβαλλόταν το συγκεκριμένο έργο ,το οποίο επιλέξαμε. Δίπλα μου η Άννα και μπροστά μας η Ανθή με τον Δημήτρη και πιο μπροστά μας μια παχουλή κοπέλα. Η ροή της ουράς των θεατών σταμάτησε στην ¨χοντρή¨ .Όπως την αποκάλεσε το παιδί που κρατούσε ένα κατάλογο με ονόματα αυτών που κέρδισαν από γνωστό ραδιοσταθμό δωρεάν διπλό εισιτήριο, για την συγκεκριμένη προφανώς ταινία.

Χοντρή κοπέλα: «Για σας έχω κερδίσει , δωρεάν εισιτήριο για το τάδε έργο. Το όνομα μου είναι Ερμίνα …. Πολύ ωραία βραδιά δε συμφωνείτε; » Είπε με ενθουσιασμό και με ένα απαλό χαχανητό.

Πορτιέρης: « Η βραδιά είναι ωραία, αλλά λυπάμαι δεν μπορώ να σας αφήσω να περάσετε διότι το εισιτήριο είναι διπλό και εσείς είστε μόνη, αν δε κάνω λάθος. Δυστυχώς αυτή την εντολή έχω .Ελπίζω να καταλαβαίνετε. »

Ερμίνα: «Α , δε πειράζει , εξάλλου μένω εδώ κοντά .Άλλη φορά τότε ». Είπε αφήνοντας πάλι ένα απαλό χαχανητό μισοτέλειωτο και γυρνώντας με χαμόγελο φεύγει.

Ο νεαρός γυρίζει και λέει στην κοπέλα δίπλα του ,oπου μάζευε τα εισιτήρια, με σαρκαστικό ύφος. Σε τέτοιο τόνο ,που θα ακούστηκε και σε άτομα πολύ πιο πίσω από μ ’ένα στην ουρά: « Καλά αυτή σοβαρομιλά ,έτσι “χοντρή” που είναι θα σφηνώσει σε καμιά καρέκλα και θα μας την σπάσει. Ευτυχώς που έχουμε πρόβλημα με τις θέσεις. Aλλιώς θα την έβαζα για διπλή». Και ακολούθησε ένα ξέσπασμα γέλιου που του έφερε δάκρυα στα μάτια.

Η χοντρή δεσποινίδα σκουντώντας ελαφρά κάποιους στην μια πλευρά της σειράς ,που ίδει τους είχε προσπεράσει ,στέκεται μπρος στον νεαρό χωρατατζή και του λέει: « Πως με αποκάλεσες ;» Μετά ακολούθησε λίγη σιωπή και τότε η κοπέλα που μάζευε τα εισιτήρια λέει στην παχουλή κοπέλα: «Σας παρακαλώ δεσποινίς ,πηγαίνετε ¨ο κόσμος περιμένε騻 . Η Ερμίνα κοιτάζοντας άγρια τον νεαρό με το καλογυμνασμένο σώμα, λέει: «Να είσαι καλά ,να χαίρεσαι πάντα έτσι ! Καλό βράδυ». Και αποχώρισε από το σκηνικό με κάπως χαμηλωμένο το κεφάλι.

Εκείνη την στιγμή όλων στράφηκε το βλέμμα στιγμιαία ακολουθώντας την χοντρή κοπέλα. Αργότερα καθώς οι περισσότεροι κοιτάξαμε μπρος ,προς την κατεύθυνση του νεαρού με τον κατάλογο. Όταν ήλθε η σειρά της Ανθής να δώσει το εισιτήριο της και του Δημήτρη στην κοπέλα. Αυτή έδωσε το ένα στον Δημήτρη και του είπε να την περιμένουμε. «Τι έπαθε πάλι η τρελή τώρα ;»Είπε ο Δημήτρης κοιτάζοντας με ,με απορία και μασουλώντας λίγα τηγανοβουτυρομένα σπόρια καλαμποκιού . Μεριάσαμε τότε ώστε να συνεχιστεί η ροή της εισδοχής του κόσμου στην αίθουσα. Προς μεγάλη μου έκπληξη όμως πρόσεξα ότι η Ανθή καθότανε σε μια γωνιά των σκαλιών του προαυλίου του χτιρίου, διπλά από την παχουλή κοπέλα.

«Καλέ την ξέρει;» Ρώτησε η Άννα , μασουλώντας και αυτή λίγα τηγανοβουτυρομένα σπόρια καλαμποκιού ,δίχως να πάρει απάντηση από κανένα μας. «Θα πάω εγώ να δω τι συμβαίνει» .Είπα και προχώρησα προς το μέρος τους. Στάθηκα πίσω από την Ανθή ενώ εκείνη σηκωνόταν λέγοντας: «Ερμίνα να θυμάσαι τι σου είπα .Kαι βέβαια θα δεις αυτό το έργο!» Άπλωσε μετά το χέρι της και η Ερμίνα με κάποιο δισταγμό το έπιασε και σηκώθηκε. Προχώρησαν προσπερνώντας με και έτσι τις ακολούθησα μέχρι που βρήκα τους άλλους που ακόμα, μασουλούσαν .

Οι περισσότεροι ¨θεατές¨ είχανε μπει μέσα .Μόλις μπήκε και ο τελευταίος η Ανθή βρέθηκε μπροστά στο νεαρό με τον κατάλογο , σηκώνοντας επιδειχτικά το εισιτήριο της και άρχισε να το σκίζει μπροστά του. Υστέρα έριξε σε ένα ψηλό σταχτοδοχείο δίπλα του τα κομματάκια χαρτιού και αρπάζοντας αγκαζέ μετά την Ερμίνα προχώρησε προς στην είσοδο περνώντας μέσα. Ο Δημήτρης περνώντας μπρος από το νεαρό που ήταν έτοιμος να εξφενδονήσει καμιά κραυγή θυμού. Του λέει με χαμόγελο και χτυπώντας τον στον ώμο: «Αυτό είναι το κορίτσι μου.» Αφού δώσαμε στην κοπέλα τα εισιτήρια μας ,όπως έκανε και ο Δημήτρης προηγουμένως, η Άννα δίχως δεύτερη κουβέντα είπε το συνηθισμένο της: «Αχ , πάλι ρεζίλη γίναμε».Και άφησε το πλέον άδειο χάρτινο κουτί ,από σιταροπούλα στο ίδιο σταχτοδοχείο.

Ήμασταν τόσο τυχεροί ώστε βρήκαμε στον εξώστη άδιες θέσεις ,τη μια μετά την άλλη. Και έτσι η γνωριμία με την Ερμίνα έγινε μέσα σε εκείνη την σκοτεινή αίθουσα. Δώσαμε ένας ,ένας, τα χεριά μας λέγοντας ο καθένας το όνομα του .Ενώ οι άλλοι θεατές ενοχλημένοι από την είσοδο μας και την ηχορύπανση που κάναμε, ξεφώνιζαν σουτ και σουτ. «Μα τι αναίσθητα πλάσματα!» Ακούστηκε να λέει κάποια φωνή από τους πίσω και μάλλον είχε δίκιο. Γι’ αυτό και αμέσως σκάσαμε.

Όταν τέλειωσε η ταινία που όντως χάσαμε την αρχή της, μα κερδίσαμε μια καλή φίλη. Βγήκαμε έξω και αφού παρατηρήσαμε ότι ο νεαρός με τον κατάλογο ήταν άφαντος. Προχωρήσαμε στην έξοδο όπου και σταματήσαμε λίγο πιο κάτω από το προαύλιο, πάλι ,του κινηματογράφου.

«Λοιπόν Ερμίνα , κανονίσαμε για καφέ μιας και είναι ακόμα δέκα μισή η ώρα . Τι λες θα μας ακολουθήσεις;» Είπε ο Δημήτρης. «Λέτε να έρθω; Μάλλον μμμ ,ελπίζω να μην με παρεξηγήσετε, θα σας εισηγηθώ κάτι άλλο έτσι που να μπορώ και να ανταποδώσω. Προτείνω αν θέλετε να σας κεράσω τον καφέ σπίτι μου και επειδή είμαι σίγουρης ότι πεινάτε λέω να σας τραπεζώσω κιόλας. Το μενού σήμερα έχει καρμπονάρα ». Κοιταχτήκαμε για λίγο και η απόφαση-λιγούρα ήταν θετική και ομόφωνη. Όταν πήγαμε να πάρουμε τα αυτοκίνητα μας η Ερμίνα μας είπε να τα αφήσουμε εκεί που ήτανε ,διότι όντως το σπίτι της ήταν κάποια μέτρα πιο κάτω στον απέναντι δρόμο από εκεί.

Κάναμε έτσι ένα δεκάλεπτο περίπατο γεμάτο με γέλιο και κουβέντα. Ώσπου φτάσαμε μπροστά σε μια πολυκατοικία που έμοιαζε να είναι περισσότερο ξενοδοχείο . Για να φτάσεις στην εξώπορτα αυτής της πολυτελέστατης πολυκατοικίας έπρεπε να διασχίσεις ένα κήπο με πέτρινο μονοπάτι που δεξιά και αριστερά τα λουλούδια και οι θάμνοι έμοιαζαν λες και κάποιος στρατηγός-κηπουρός, πότε τα είχε βάλει σε διμοιρίες και πότε σε κυκλικές σχηματιζώμενες λεγεώνες. Στο βάθος της δεξιάς πλευράς του πλακόστρωτου –διαδρόμου, είχε ξύλινα τραπέζια και παγκάκια, όλα σκόρπια πιασμένα από κόσμο. Αμ το σιντριβάνι ήταν το κάτι άλλο. Ένιωθες μια καλή διάθεση δροσιάς και ρομαντισμού να σκορπίζετε στη τεχνητή αυτή, παραδεισένια θέα .Που την στόλιζαν ακόμα πιο όμορφα αυτοφωτιζώμενες λάμπες με το θαμπό τους φως.

Όταν με το καλό μπήκαμε στην πολυκατοικία ο θυρωρός με ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από το γκρι του μουστάκι ,καλωσόρισε την Ερμίνα . Η Ερμίνα μας σύστησε και ομολογώ ούτε εγώ δε θα είχα τέτοιο καλό μνημονικό στα ονόματα ,που έμαθα πριν από κάποιες ώρες. Μπήκαμε στο ασανσέρ που καθώς έκλεινε η αλουμινένια πόρτα του ,έβλεπα τον μπεζ γρανίτη με τις κεραμιδί ανταύγειες ,που απλωνόταν στο πάτωμα όλης της αίθουσας, να γυαλίζει στο χρώμα των μικρών λαμπών που στόλιζαν το σκουρόχρωμο ξύλινο ταβάνι.

Στο διαμέρισμα όμως ένιωσα να με χτυπά κατακούτελα ένα πολύχρωμο σφυρί κλόουν .Στο σαλόνι καθώς και στην κουζίνα επικρατούσε ως κύριο υλικό το πλαστικό και τα έντονα χρώματα. Όπως αντιλαμβάνεστε η Ερμινα είχε διοχετεύσει ένα μοντέρνο χαραχτήρα σε όλο το σπίτι της. Για πιο να πρωτοπώ, τον πράσινο καναπέ με τις πορτοκαλιές βούλες ,τις ριγωτές πολυθρόνες, τα πλαστικά φούξια και ροζ τραπέζια. Την άσπρη κουρτίνα με τυπώματα, βιολετί και κίτρινα ,σε σχήματα ,όπως μαργαρίτας και τουλίπας. Τα πράσινα ,τα κίτρινα ,τα μπλε (της τα βραχιόλια που εκφέρανε κακό και ταραχή …) κεριά που παρέλαυνα παντού. Τις φωτογραφοθήκες με τα στρασαρισμένα πλαίσια.

Ας περάσουμε και στην κουζίνα που δεν πήγαινε πίσω. Αφού τα χρώματα τις ίριδας έκαναν και εκεί ένα ζαλιστηκό παιχνίδι. Αρμαράκια γαλάζια ,πάγκοι λιλά και συρτάρια πότε κίτρινα και πότε πορτοκαλιά. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήταν οι τοίχοι που καλύπτονταν , με χαρτί τοίχου, όπου είχαν τυπωμένα πολλά ,πολλά ροζ προβατάκια. Τώρα να μην γίνομαι και κουραστικός ,φρουτιέρες, πιάτα ,ποτήρια, φλιτζάνια ,τασάκια κτλ. Και αυτά προσεχτικά διαρυθμημένα με διάφορα καλοκαιρινά έντονα χρώματα.

-Πολύ ,πολύ, πολύχρωμο το διαμέρισμα σου ,Εβελίνα ! Είπε η Άννα

-Δηλαδή σου αρέσει;

-Μου αρέσει και με το παραπάνω . Πάντως ευχαρίστως θα συγκατοικούσα μαζί σου ! Είναι τέλειο! Να μας πει και την γνώμη του ο ειδικός. Και έδειξε εμένα η Άννα συμπληρώνοντας και τα συνηθισμένα της.

Αφού μου έγινε πάσα το μπαλάκι έπρεπε και εγώ κάπως σαν πιο “ειδικός” τρομάρα μου, να εκφράσω την γνώμη μου. Φυσικά και ήταν αντικειμενικά θετική η άποψη μου μέχρι που η Ερμίνα προσφέρθηκε να μας κάνει ξενάγηση και στους υπόλοιπους χώρους του διαμερίσματος. Πρώτα μπήκαμε στο δωμάτιο της ,που το ροζ ,το βιολετί και το φούξια, έκαναν την επαναστατική διαφορά μετά την πολυχρωμία που αφήσαμε από το σαλόνι και την κουζίνα. «Μα τι ωραίο δωμάτιο!» Ξεφώνησε η Άννα αγκαλιάζοντας ένα ροζ μαξιλαράκι που ήταν καθηλωμένο μαζί με άλλα ,στο φούξια πάπλωμα ,με καρδούλες ,του κρεβατιού.

Οι δε τοίχοι όλοι ροζ εκτός από την βιολετί κορνίζα που τους μοίραζε οριζόντια. Όσο για το κρεβάτι και αυτό βαμμένο σε αυτό το χρώμα. Όπου και αν κοίταζες ,στο πάτωμα το χαλί , στο ταβάνι το καπέλο του πολυελέου ,τα κομοδίνα ,τις πόρτες του αρμαριού …, παντού αποχρώσεις του ροζ! Εμείς οι υπόλοιποι, εκτός από την Άννα ,άφωνοι. Μόνο ο Δημήτρης είπε ένα, “πλιάχ”, χαμηλόφωνα δίπλα μου. Δεν τον αδικούσα ήταν σαν να έμπαινες μέσα σε μια κολλώδη τσίχλα, από ροζ.

Στον ξενώνα το άλλο δωμάτιο ,ε εκεί κάτι καλύτερο γινότανε. Α ,εδώ επικρατούσε το γαλακτώδεις πράσινο με το γαλάζιο. Κάτι σαν να βρισκόσουν μέσα σε μια λίμνη. Μιλώντας για λίμνη εδώ η διακόσμηση ήταν κάπως νησιώτικη με τους γαλάζιους τοίχους να έχουν επάνω τους κρεμασμένα πήλινα ψαράκια και βαρκούλες και αυτά σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου. Το δε κάλυμμα του καναπές, που γινότανε και κρεβάτι , είχε επάνω του δελφινάκια ,με αστερίες και κογχύλια . Τα οποία έκαναν τον χώρο ακόμα πιο θαλάσσιο. Το γραφείο κοντά στο παράθυρο είχε και αυτό την δικιά του θαλασσινή διακόσμηση. Τι μολυβοθήκες σε σχήματα ψαριού , τι κογχυλάκια στις άκριες των μολυβιών ,δαγκάνες καβουριού για σελιδοδείκτες….

Και τέλος η αξέχαστη τουαλέτα . Ναι μόλις άνοιξε η Ερμίνα την πόρτα νόμισα πως έμπαινα μέσα σε ένα κουτί χυμού πορτοκάλι. Τα μαρμαράκια καθώς και τα είδη υγιεινής, αν εξαιρέσουμε την κορνίζα του καθρέφτη που ήταν κεραμιδί ,όλα τα υπόλοιπα καθρέφτιζαν το συγκεκριμένο πορτοκαλί χρώμα. Η δε πετσέτες ,τα χαλάκια, η κουρτίνα και τα διάφορα συνοδευτικά ,ακόμα και το χαρτί τουαλέτας ,πορτοκαλί ήτανε.

Ναι , πραγματικά ένιωσα ότι μπήκα στον κόσμο των χρωμάτων, ή καλύτερα να πω ,σε παιδικό σταθμό, ένα πράγμα.

-“Καλά όλα τα διαμερίσματα αυτής της πολυκατοικίας είναι έτσι έγχρωμα;” Ρώτησα.

-“Όχι ,μάλλον δεν ξέρω, διότι βλέπεις το είχα αγοράσει προτού να χτιστεί η πολυκατοικία ,οπόταν ήταν εύκολο για εμένα να βάλω τα επιπρόσθετα στο συμβόλαιο που ήταν το δικό μου στιλ που θα το έφτιαχναν και δικοί μου μαστόροι…”Μου απάντησε η Ερμίνα .

Αργότερα αφού καθίσαμε στο μεγάλο μπαλκόνι-βεράντα. Όπου εκεί μάλλον όσο ερωτευμένη ήταν η Άννα με το ροζ δωμάτιο ,άλλο τόσο εγώ έπαθα την πλάκα μου, βλέποντας από εκεί πάνω την θέα της θάλασσας με τα ολοφώτεινα κρουαζιερόπλοια. .Καθώς επίσης και την τέλια ρομαντικά διαμορφωμένη βεράντα ( σαν του Μουρατίδη ένα πράμα, μπορώ να πω, αλλά ίσως πιο ευρύχωρη και πιο, πιο, ωραία διαμορφωμένη). Ένας καναπές ,ένα μικρό τραπεζάκι, δυο πολυθρόνες ,ένα τραπέζι με τις έξι καρέκλες του και μικρά σκαμπό ,όλα αυτά από το αγαπημένο μου υλικό, μπαμπού. Τα κεριά βανίλιας που βοήθησα στο άναμμα καθώς και τα φαναράκια κεριού μέσα στα κυπαρισσάκια που ήταν στην μια πλευρά του ευρύχωρου αυτού μπαλκονιού ,είχανε φωτίσει (μεθύσει) με το φως τους κατά κάποιο τρόπο όλο τον χώρο. Όταν έφτασε και το φαγητό ήμουν έτοιμος να βγάλω και λόγο για αυτή την ονειρική γωνιά.

«Ε , λοιπόν Ερμίνα αυτή η βεράντα είναι ότι πρέπει για να κάνω σε κάποια πρόταση γάμου!» Είπα με ενθουσιασμό αφού τελειώσαμε το γεύμα μας που είχε και επιδόρπιο γλύκισμα κερασιού ,πάλι από τα χεράκια της Ερμίνας .Όπου αποδείχτηκε ειδική στην κατασκευή τουρτών και γενικά γλυκισμάτων. Διότι το κορίτσι αυτό δούλευε σαν μάγειρας ζαχαροπλαστικής σε ‘να από τα ξενοδοχεία της περιοχής. Αυτή ήταν και η αιτία που γνωρίσαμε και τον φίλτατο φίλο Θωμά. Συμμαθητές βλέπετε στο πανεπιστήμιο τα παιδιά.

Και ενώ εμείς χωνεύαμε μετά το φαγοπότι και το συμμάζεμα, στην ίδια μαγευτική τοποθεσία. Κάτω από το φως των κεριών, άρχισε μια πιο βαθειά γνωριμία με αυτή την κοπέλα. Εκείνο το βράδυ μάθαμε και πράγματα από την Ανθή που δεν τα γνωρίζαμε και είχαμε μείνει με ανοικτό το στόμα.

Ο Δημήτρης έκανε μια διαπίστωση που πραγματικά εμένα και της Άννας μας είχε διαφύγει: «Πάντως είστε πολύ αντίθετες στο γούστο με την Ανθή, Ερμίνα. Εννοώ ότι ενώ εσύ είσαι παιδί των ζωηρών χρωμάτων, από ότι διαπίστωσα από το σπίτι σου .Στο σπίτι της Ανθής κυριαρχεί μονίμως το μαύρο και το άσπρο….»

Πραγματικά και αργότερα μιλώντας και για χαραχτήρες η Ανθή τις πλείστες φορές είναι στην τσίτα, μέσα στα νεύρα , ρεαλίστρια ,μέχρι και σκληρή ορισμένες φορές και τσαμπουκαλού( ,πράγμα που και η ίδια παραδέχτηκε εκείνο το βράδυ). Ενώ η Ερμίνα μιλώντας για τον εαυτό της με κάπως δειλό τρόπο διαπιστώσαμε ότι είναι ευαίσθητη, ευγενική ,υποχωρητική, πρόσχαρη και φιλόπονη.

Οι διαφορές όπως και οι ίδιες διαπίστωσαν η μια με κάπως εκνευριστικό τρόπο και η άλλη με χιούμορ δεν φαινόταν μόνο να είναι εσωτερικές, αλλά και ότι πιο φυσικό εξωτερικές. Δηλαδή η Ανθή μας αφού δούλεψε και κάποια χρόνια σαν μοντέλο διέθετε ένα από τα πιο τέλεια σώματα και πρόσωπα όσο αφορά τα κοινωνικά υπέρ αποδεκτά δεδομένα. Η δε Ερμίνα ήταν μια χοντρούλα με τα όλα της. Και εδώ είναι που δεν κολλούσε ο τρόπος γνωριμίας των δυο αυτών κοπέλλων ,που έδωσε την υπόσχεση μιας πολύ καλής δυνατής φιλίας . Πόσες φορές διερωτήθηκα και εγώ πως τα κατάφερναν και πήγαιναν για ψώνια ,ιδίως ένδυσης .Αφού ούτε χρωματικά γούστα και στιλ είχαν κοινά ,μα ούτε και μεγέθη.

Ναι ,ίσως λέγοντας μεγέθη ενδύματος να ακούγομαι σκληρός. Και όμως «τις ταμπελίτσες» ,δεν είμαι εγώ που τις κρέμασα αλλά το κοινωνικό μας σύνολο-σύστημα. Όταν έμπαινα παλιά σε στούντιο για να βγάλω φωτογραφίες μοντέλα ,είτε γυναίκες , είτε άντρες, με τέλια σώματα και χαρακτηριστικά προσώπου, ανακάλυψα ότι δεν υπήρχαν πιο κομπλεξικοί άνθρωποι από αυτούς. Όλη αυτή η κατάσταση πάντα μου θύμιζε τα λόγια του προϊσταμένου-φωτογράφου: “ Όταν είσαι τέλειος ,θέλεις να είσαι πιο τέλειος” .Μάλιστα τι είναι η τελειότητα ,ούτε ποτέ μου κατάλαβα .

Ακριβώς ίσως εδώ ήταν και ο λόγος που συνγκινήθηκε η Ανθή και πηρέ την πρωτοβουλία και έκανε αυτήν την γνωριμία με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει η αρχή για να αποκτήσουν και οι δυο τους αυτοπεποίθηση και να επιβάλουν την δική τους προσωπικότητα ,σε ότι τις μεταμόρφωνε ,σε ότι τους κρεμούσε εκείνη την βαριά ταμπέλλα. Τώρα, που βαρούσε περισσότερο η ζυγαριά; Επιφυλάσσομαι να προσδιορίσω επακριβώς και ίσως θα ζητούσα και την δικιά σας βοήθεια ( την βοήθεια του κοινού : ) ).

Όπως είπα για την Ανθή αποδείχτηκε ότι δεν ξέραμε τίποτα. Όλοι φυσικά είπαμε κάποια προσωπικά πράγματα ,ίσως να έφταιγαν και τα κεριά . Και όπως λένε κάτω από το φως των κεριών η ψυχή λέει τις αλήθειες της ( ,για αυτό προσοχή τότε, να αποφεύγετε τις συγκεντρώσεις και τα δείπνα με κεριά , αν δεν θέλετε να γίνεται ρόμπα και να βρεθεί και κανένας Κωνσταντίνος να γράψει για εσάς : ) ) .

Η Ερμίνα μίλησε πρώτη για τη ζωή της: «…Η ζωή μου λοιπόν ,για να δούμε, είναι …. όμορφη αν εξαιρέσω την εξωτερική μου εμφάνιση….Από παιδί ήμουν εύσωμη . Θυμάμαι να ήμουνα η τελευταία στο τρέξιμο, να μην με έπαιζαν τα άλλα παιδιά, να με κορόιδευαν… Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι άνθρωποι είναι τόσο κακοί που με έφτασαν στο σημείο να μισήσω, να σιχαθώ τον εαυτό μου. Προσπάθησα να γίνω φυσιολογική, αποδεχτή …μα δεν τα κατάφερα… Έπρεπε να τα έβγαλα πέρα και με μια κληρονομική ασθένεια…. Τώρα εδώ και χρόνια, αποδέχτηκα το τι είμαι ,το τι μοιάζω. Νοιώθω να τα κατάφερα. Έχω ζήσει όμορφες στιγμές. Παρόλα αυτά νιώθω ότι κάτι μου λείπει. Ίσως να είναι αυτά τα μικρά που οι άλλοι τα βρίσκουν συνηθισμένα. Όπως ο σεβασμός της πουλήτριας ενός καταστήματος ένδυσης. Τα καλά κομπλημέτα από έναν άντρα. Μια βουτιά την μέρα στην παραλία με τους φίλους μου. Να παίξω μαζί τους πετόσφαίρα, καλαθόσφαιρα. Να έχω ένα συνοδό, κάποιο που να με αγαπά και όχι να με εκμεταλλευτή. Να παντρευτώ κάποτε και να αποκτήσω παιδάκια…..Όμως όπως θα έλεγε και η γιαγιά μου , μη χειρότερα. Είμαι καλά για τώρα και αυτό έχει σημασία. Άλλωστε έχω γνωρίσει και ανθρώπους που δεν μετράνε τον άνθρωπο από την εμφάνιση του, όπως εσείς….»

Μόλις τελείωσε η Ερμίνα με κάποιο αμήχανο γέλιο. Η Ανθή πήρε τον λόγο και μόλις άνοιξε το στόμα της, η φωνή της ήταν σαν να μην πολύ ακουγόταν , καθώς δυο δάκρυα κύλισαν βιαστικά λαμποκοπώντας στο φως των κεριών: «Η δικιά μου ζωή…. ,μου άνοιξε πολλές πόρτες ,με κέρασε με τις πιο ωραίες στιγμές , δεν έχω παράπονο. Αλλά είναι φορές που πριν τελειώσουν όλα τα καλά της μέχρι και σήμερα με ποτίζει με πόνο. Δηλαδή εκεί που πάω να χαρώ , τσούκ και να σου το πρόβλημα , η θλίψη και άντε πάλι από την αρχή. Από τα δεκατέσσερα μου δούλευα σε καφεστιατόρια και μπαράκια . Ήταν και δύσκολα τα πράγματα αφού ο πατέρας μου μας άφησε, ήμουν και η μεγαλύτερη από τις άλλες δυο μου αδελφές …. Το επίδομα δεν μας έφτανε. Πως είναι να σε παρατούνε, να σε ταπεινώνουν, να σε προδίδουν….. Μετά από ένα χωρισμό και μια αποβολή, η ζωή μου έγινε κομμάτια. Όχι μόνο δεν ήθελα να συνεχίσω να ζω ,γιατί αναγκάστηκα από όλους γύρω μου να κάνω ότι έκανα. Αλλά δεν εμπιστεύομαι πλέον κανένα , ακόμα και σήμερα που κατάφερα να το ελαττώσω . Γι’ αυτό ίσως είμαι ψυχρή, σκληρή ,απότομη, και ναι, πολλές φορές κακιά. Κοντά στους σημερινούς ελάχιστους μου φίλους που με ανέχονται, κατάφερα και με τη άθελη βοήθεια τους , να ξανά ονειρεύομαι για ένα όνειρο που άφησα στην μέση….»

Η Άνθη ξαφνικά σταματά για λίγο , αναστέναξε και γυρνώντας προς την Ερμίνα συνεχίζει να λέει: « Εσύ τουλάχιστον έχεις αποκατασταθεί. Η ζωή σου πηρέ μια ρουτίνα ,ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις , τι βρίσκουν λάθος , τι είναι αυτό που απωθεί τους ανθρώπους. Προτιμώ την περιφρόνηση ,παρά την ανασφάλεια, την αμφιβολία. Θέλω να σου πω ότι είσαι τυχερή που είσαι παχουλή. Μακάρι να μπορούσε και εμένα ο οργανισμός μου, να με καλύψει με στρώσεις από λίπος από πολύ μικρή ηλικία . Να είχα ένα τοίχο λίπους και να μην άρεσα σε κανένα. Γι’ αυτό τα ποτήρια σας όλοι! Ζήτω το λίπος!» Είπε με χαμόγελο στην τελευταία της φράση και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας με αναψυκτικό διαίτης.

Λίγο μετά η Άννα τσίρισε όταν τα κατοικίδια της Ερμίνας, Ρωμαίος και Ιουλιέττα, μαζευτήκαν γύρο από τα λαχανόχρωμα παπούτσια της. Οι υπόλοιποι βάλαμε τα γέλια ,γιατί τα συγκεκριμένα κατοικίδια ήτανε δυο χελώνες που αλώνιζαν αθόρυβα μέχρι εκείνη την στιγμή στην βεράντα. «Άντε , στη φωλιά σας!» Είπε η Ερμίνα και τις σκούντησε με μια βέργα ελαφρά. «Αναρτιέμαι μόνο που είναι ο Πιέρ .Πάντως στην γυάλα του δεν είναι. Θα ερχότανε πρώτος, πρώτος ,να ανεβεί πάνω μας .Λίγο σκοτεινά να δούμε που κρύφτηκε , είναι και πράσινος ο γέρημος. Πιέρ!”

Με μαζεμένα τα πόδια η Άννα πάνω στην καρέκλα ρωτά με τρόμο: « Ερμίνα μου ,ο Πιέρ τι είναι ακριβώς; Διότι οι γλυκύτατες χελωνίτσες σου είναι καφετιές, αν δεν κάνω λάθος.»

«Α ,μην ανησυχείς είναι τελείως ακίνδυνος . Ιγουάνα είναι. Πιέρ που είσαι!»

…………………………………………………………………………………………………………………………………….

Όπως και να έχει το θέμα μας εδώ μάλλον δεν είναι τόσο η εξωτερική ομορφιά ενός ανθρώπου, αλλά πιστεύω αυτό που ανάφερε κάποτε η Ανθή: «Χειρότερο από το να κάνεις κακό είναι να μένεις άπραγος όταν γνωρίζεις ότι αυτό που διαδραματίζετε μπροστά σου είναι κακό. Και ιδίως όταν δεν κάνεις τίποτα για να το σταματήσεις!»

2 comments

    Reader's Comments

  1. Ωραία ιστορία Κωνσταντίνε :)

    -- Σωτήρης Δημητριάδης ~sotiris, October 10, 2006

  2. Ευχαριστώ Σωτήρη : )

    -- Κωνσταντίνος Γεωργίου ~constantin7geo, October 12, 2006