Το (γ)λυκόψαρο
Posted by Κωνσταντίνος Γεωργίου Tue, 15 May 2007 01:34:34 EEST
Η εποχή του θέρους θαρρώ ήτανε ,όταν την είδα όμορφη. Άπλωσε τα χέρια της για τελευταία φορά …και πέταξε πάνω από τα χρυσαφένια στάχυα… «Αυτό αξίζω πάντα στο τέλος;» Ήταν το μόνο που σιγοψιθύρισε .Ήταν αρκετό όμως ώστε να την ακούσει ένας άνεμος που την πλησίασε και την άρπαξε από τα μαλλιά .Μα εκείνη του ξέφυγε . Ούτε και εγώ κατάφερα να την σταματήσω. Ποτέ μόνος δεν μπορούσα. Ήταν εκείνες τις φορές που η αδικία που ένιωθα μετατρεπόταν σε περηφάνια. Μια περηφάνια ,που σαν παγωμένο νερό κυλούσε στις φλέβες μου ,παγώνοντας μου ταυτόχρονα και το μυαλό, “τις αναμνήσεις”. Μα την καρδιά, την καρδιά ποτέ. Ώσπου η καρδιά να έπαιρνε δύναμη, ανάσα ,το κρυσταλλένιο κρύο με πάγωνε ολόκληρο .Με άφηνε εκεί να στέκομε και να την κοιτάζω ,να δένει σφικτά με όλη της την δύναμη στο λαιμό της ,εκείνη την ίδια πέτρα. Η αγριεμένη θάλασσα άνοιγε τις αγκάλες της. Και εκείνη έριξε μια βουρκωμένη ματιά σ΄ εμένα και στην στεριά ,σαν κάτι να ήξερε .Μετά έκλεισε τα μάτια της και βούτηξε. Πάντα ήξερα ότι δεν ήθελε να κοιμηθεί στον βυθό και ας ήταν όμορφα εκεί κάτω.
Για αυτό και πολλές φορές ,έδινα μια κλοτσιά στην περηφάνια μου και την έκανα θρύψαλα .Ριχνόμουν μες στα άγρια κύματα που έμοιαζαν, με ανθρώπων αρρωστημένες επιθέσεις ,άσκοπου κέρδους .Και όταν έφτανα με επίμονη στον βυθό άρχιζα να την παρακαλάω να την ταρακουνάω ,να ξυπνήσει από τον ύπνο της. Εκείνη άνοιγε τα μάτια της και μου χαμογελούσε ¨και πάλι ξεκινούσαμε τα αστεία¨. Μέχρι που φτάναμε στην επιφάνεια. Και πάντα εκεί βρισκόσουνα εσύ ,να με βοηθήσεις, να βγάλουμε την παλιά παντοδύναμη Φιλία στην επιφάνεια. Ήταν το μόνο που έμενε. Η μόνη ελπίδα, το μόνο καλό, σ’ αυτό τον κόσμο, έτσι που κατάντησε.
Δεν θυμάμαι πόσες φορές μου φέρθηκες άσχημα ,ή με εγκατέλειψες σιωπηλά ,δειλά .Ενώ εγώ ,πνιγόμουν κρατώντας την φίλια μας στα χέρια μου, σαν σανίδα σωτηρίας μου. Ούτε θυμάμαι που μου τελείωνε το οξυγόνο…και η Φιλία πάλι έπεφτε σε νάρκη .Αλλά θυμάμαι μόνο εκείνες τις φορές που με βοήθησες ,που στάθηκες ασπίδα και με προφύλαξες από την λύσσα τους.
Και από τότε ένας δικός μου μύθος, γίνετε καθημερινά πραγματικότητα. Εσύ διάλεξες να τριγυρνάς με αγέλες από εκλεπτυσμένους λύκους. Εγωιστές λύκους ,που συνεργάζονται μέχρι να πιάσουν θήραμα .Μα ύστερα σαν εκείνο πέσει στην γη, αλληλοδαγκώνονται…, για μια καλή δαγκωματιά .Και εγώ ,εδώ πέρα, προτίμησα να γίνω μικρούλι ψαράκι. Να κολυμπάω ευτυχισμένο σε ένα ονειρεμένο κόσμο. Μαζί με άλλα ψαράκια και σαν βρεθούμε σε κίνδυνο, να πράττουμε, όλοι για έναν και ένας για όλους, με συνεργασία και τόλμη.
Κάποτε ο λύκος ,θυμάται το ψαράκι ,ξεφεύγει αθόρυβα από τους άλλους λύκους και πηγαίνει εκεί που το άφησε. Περπάτα ώρες ολόκληρες πάνω στα βράχια και όταν δεν βλέπει το ψαράκι πουθενά ,σκύβει το κεφάλι του κοντά στο νερό της θάλασσας και αφήνει ένα πονεμένο δάκρυ. Το ψαράκι βλέπει τον λύκο από τον βυθό της θάλασσας. Ακούει τα παράπονα του και μαζεύει αυτό το σπάνιο δάκρυ του, για να ποτίσει την κοιμούμενη Φιλία. Μα εκείνη δεν ξυπνά. Ίσως να μην αρκεί, ο αληθινός πόνος του λύκου που τον εκμυστηρεύεται στο ψαράκι.
Το ψαράκι έδινε ευκαιρίες να αποδείξει ο λύκος την πραγματική του ταυτότητα. Όπως εκείνη την μέρα πριν από καιρό .Που πάλι στην ακρογιαλιά ο λύκος λύγισε και το ψαράκι έτρεξε να τον ακούσει, να του συμπαρασταθεί ,να τον βοηθήσει. Οι άλλοι λύκοι όμως, που πήραν μυρωδιά τι συνέβαινε. Μαζεύτηκα γύρω από τον λύκο ,περιμένοντας. Όταν κάποιος από τους λύκους ρώτησε, «πάλι με αυτό το αδύναμο ψάρι προσπαθείς να πιάσεις κουβέντα; Ας το σκοτώσουμε!» Άρπαξαν το ψάρι τότε και το έριξαν στην στεριά. Το ψάρι άρχισε να λαχταρά, έξω από το νερό. Ο παλιός φίλος του ψαριού, όχι μόνο δεν το βοήθησε ,αλλά έβαλε την ουρά στα σκέλια του και έτρεξε προς τα δάση. Οι λύκοι ευχαριστημένοι από την αντίδραση του συνάδελφου τους αποχώρισαν. Το ψάρι όμως κατάφερε και σύρθηκε μόνο του προς το νερό και επιβίωσε.
Ο λύκος το αισθάνθηκε ότι το ψάρι επιβίωσε .Παρόλα αυτά ποτέ του δεν το υποστήριξε φανερά, μα ούτε και εναντιώθηκε στους άλλους λύκους, για αυτό που έκαναν .Ήθελε να τα έχει καλά μαζί τους. Αφού τώρα πια ήταν η καινούργια του ζωή. Η καινούργια του οικογένεια. Μέσα του όμως ήξερε, ότι η συνείδηση του ,άλλα του έλεγε. Εύκολα ξεγελούσε τους άλλους ,συμμεριζόταν τις απόψεις τους .Μα την ψυχή του ,που ήταν εκείνη η ένωση, η ίδια η Φιλία. Με το άλλο κομμάτι του εαυτού του, εκείνο το μικρούλι μα και πιο σημαντικό, το Ψαράκι .Δεν κατάφερε ποτέ να τα ξεγελάσει.
Παρόλα αυτά το ψαράκι στέλνει μερικές φυσαλίδες στην ¨επιφάνεια¨ του νερού για να παρηγορήσει τον λύκο. Πιστεύοντας πως κάποια μέρα θα βουτήξει και αυτός στην θάλασσα να το βοηθήσει να βγάλουν την Φιλία στην επιφάνεια και να γίνουν ξανά άνθρωπος.
Όταν πριν λίγα χρόνια ,μια από εκείνες τις βραδιές που συναντιόμασταν καμιά δεκαριά φίλοι και ανταλλάσαμε τα κείμενα μας, είχε διαβαστεί και αυτό το κείμενο μου( πιο πάνω). Οι πιο κοντινοί μου φίλοι πανικόβλητοι νόμισαν ότι αναφερόμουν σ’ ένα από αυτούς. Φυσικά και αναφερόμουν σε κάποιο άτομο .Αλλά τους είχα διαβεβαιώσει ότι το άτομο αυτό δεν βρισκόταν μέσα σε εκείνη την παρέα. Μάλιστα το ψαράκι και ο λύκος ήταν το ίδιο πρόσωπο που δεν κατάφερε να συμφιλιώσει τις δυο αυτές πλευρές του εαυτού του. Μια διχασμένη προσωπικότητα που έτυχε να συναντήσω και να φιλέψω με το ένα μέρος της, για πολύ καιρό μάλιστα. Μετά δεν ξέρω ίσως να μην ήμουνα αρκετός για φίλος ,ή να απομακρύνθηκα γιατί κατάλαβα ότι δεν άξιζε την δικιά μου φιλία.
Όπως και να είχε μετά από τρία χρόνια περίπου. Ένα απόγευμα που έκανα το συνηθισμένο περίπατο μου κοντά στην παραλία και ρέμβαζα την πανέμορφη θάλασσα. Ήρθα σχεδόν φάτσα με αυτόν τον λυκάνθρωπο. Στην αρχή διερωτήθηκα τι γύρευε τέτοια ώρα ένας λυκάνθρωπος. Υποτίθεται έπρεπε να ήταν νύχτα και να βρισκόταν σ΄ ένα τρομαχτικό ,τσιμεντένιο δάσος. Στο περιβάλλον του τέλος πάντων. Τον χαιρέτισα και κείνος λίγο έλειψε να με κατασπαράξει.
Πως κατάντησες έτσι ,ήθελα να του πω .Αρκέστηκα όμως στο να τον χαιρετήσω .Τα είπαμε για λίγο και πρόσεξα τα κίτρινα μάτια κοντά στην γαλάζια θάλασσα να παίρνουν ένα απαλό πράσινο χρώμα. Φεύγοντας με παρακάλεσε να δώσω χαιρετίσματα και στους υπόλοιπους μας φίλους .Και ήταν τότε που μέσα σε εκείνα τα τρομαγμένα και τρομαχτικά μάτια του ,λαμπίριζε, κινόταν, εκείνο που έψαχνε απεγνωσμένα, το μικρό ψαράκι. Αυτή την φορά όμως δεν μπήκα καν στον κόπο να του υποδείξω που είναι η ηρεμία του. Άλλωστε σκέφτηκα μπορεί να έκανα και λάθος. Αργότερα όμως αφού τον είδα με την ουρά στα σκέλια ,μόνο και σχεδόν καμπούρη ,να κατευθύνετε, κάπου εκεί, στην πόλη, όχι αυτή, την άλλη ,την γκρίζα πόλη. Τον λυπήθηκα και σκεφτικά, μακάρι κάποιοι να τον περιμένουν . Έστω η αγέλη, με τους λύκους.
Και ήταν τότε που άκουσα το εγκλωβισμένο ψάρι να διαμαρτύρεται αναγνωρίζοντας τον εγκλωβισμό του. «Άκουσε με!» του είπε , «Άκουμε! Γιατί δεν με ακούς; Αλίμονο μου αν σε δουν ,οι λύκοι ,θα σου φάνε τα μάτια. Ψάχνεις σε λάθος τόπο, αναλώνεσαι σε ανούσια πράγματα». Εκείνος καθώς έφευγε ,νομιζόμενος ότι εγώ του μίλησα, μου λεει: «Και που ξέρεις εσύ τι είναι καλό για εμένα! Τι ξέρεις εσύ για ΄μένα; Τι μου είσαι;»
Και ήταν εκείνο το τι μου είσαι που με πλημμύρισε άδικο. Ξέρετε το συναίσθημα, όταν αναγκάζεσαι να ξεριζώσεις μέσα από την ζωή, την καρδιά σου ένα φίλο, πως είναι. Δεν είναι σίγουρα ανάγκη να το περιγράψω. Το ψάρι όμως μέσα στα μάτια του τον πρόλαβε συνεχίζοντας να του λεει:
«Γιατί είναι απλά φίλος !Και φίλος μέσα σε όλα τα άλλα ,θα πει να είσαι αληθινός απέναντι στον φίλο, να είσαι ειλικρινείς και ευθύς .Στην μέση δεν μπορείς, γι’ αυτό μην απαιτάς άμα δεν είσαι σε θέση να υποστηρίξεις ένα φίλο σου να μένει στην κοινότητα σου, στην ζωή σου. Δυστυχώς αφού εσύ μέτρησες τα πράγματα ,δεν μου αφήνεις άλλη επιλογή, να κάνω και εγώ το ίδιο. Κάποτε όταν με ρώτησες για τις επιλογές σου , σου είπα την γνώμη μου. Και αν αυτή σε δυσαρέστησε ,που ήθελα να σε στηρίξω σαν φίλος, καλός .Δεν φταις ούτε εσύ ,μα ούτε εγώ. Έχεις δίκιο τελικά, είμαστε απλά δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι και ο καθένας μας έκανε τις επιλογές του ,τράβηξε τον δρόμο του.
Τώρα πια να είσαι καλά ,και αν αυτό σε ελαφρύνει, δεν σε περιφρονώ όπως μου παραπονιέσαι ,απλά δεν σε υπολογίζω φίλο όπως παλιά. Αλώστε στο έχω πει, ότι εκείνη η δυνατή φιλία ,απλά αποκοιμήθηκε στον βυθό της θάλασσας που βρίσκεται κοντά στα σπίτια μας. Όσο για τους πλέων συναδέλφους σου, πες τους να μην φοβούνται τις δυνάμεις που διαθέτω. Ούτε και την επιρροή που θα μπορούσα να ασκήσω σε ‘σένα. Δεν πρόκειται να τα χρησιμοποιήσω επάνω σου. Χαλάλι τους, να σε χαίρονται .Γιατί σαν λύκος δεν ξέρω ,μπορεί να έχεις και αξία ,μα σαν άνθρωπος ,σαν φίλος μου ,μου είσαι ίσως άχρηστος».
Αυτά είπε το ψάρι και πήδηξε έξω από τα μάτια του λυκάνθρωπου, πέφτοντας κατευθείαν στην καυτή άμμο, σπαρταρώντας μπρος στα πόδια μου. Ίσως να περίμενε να το σηκώσω ,και να το επιστρέψω στον ιδιοκτήτη του ,η να το ρίξω στην θάλασσα .Δεν ξέρω και ‘ γω τι. Το μόνο που έκανα ήταν απλά ,να το αγνοήσω , να το προσπεράσω. Και κατευθύνθηκα στην παρέα που καθόταν σε κύκλο και μεθούσε με τραγούδια. Και αφού κάθισα μαζί με τους φίλους μου. Με ήχους από κιθάρες και συγκρουόμενες μπυρήτσες, καλύψαμε το ουρλιαχτό του λυκάνθρωπου που μόλις είχε γίνει ολοκληρωτικά λύκος, κάπου εκεί ,στην πόλη ,όχι αυτή, την άλλη ,την γκρίζα πόλη.
Και αλήθεια μερικοί άνθρωποι, παρόλα αυτά έχουν προβλήματα με την ψυχική τους ηρεμία. Μη αναγνωρίζοντας ότι η λύση σε ότι τους προβληματίζει ακούει στο όνομα φιλία .Τις πλείστες τουλάχιστον φορές.
Για να φτάσουμε όμως να νιώσουμε την προσφορά της φιλίας, πιστεύω πρέπει οι ίδιοι να είμαστε φιλικοί , πρώτα εσωτερικά μας και μετά, γενικά προς τους άλλους.
Σίγουρα το ψάρι απεβίωσε και δεν κράτησε ,ούτε κρατήθηκε, από κάτι . Αφού πνίγηκε ,όπως ακριβώς και η φιλία τους. Τώρα για ‘μένα τι κράτησα από αυτή την φιλία; Πάντα κρατάς κάτι. Εγώ κράτησα μια μαύρη φανέλα με ζωγραφισμένο το πρόσωπο ενός λύκου με τρομαγμένα ,τρομαχτικά, πράσινα μάτια. Που μου χάρισε σε κάποια μου γενέθλια. Την οποία φορώ αραιά και που. Καθώς κράτησα και στο ημερολόγιο μου ,ως συνήθως, κάποια λόγια που μου είπε πριν εξαφανιστεί ,κάπου εκεί ,στην πόλη ,όχι αυτή, την άλλη ,την γκρίζα πόλη . Μακριά από την θάλασσα που βρίσκεται κοντά στα σπίτια μας.
Reader's Comments
“Αλλάζω στάση μήπως κι αλλάξουμε .
Απεναντί σου θα 'μαι αν βουλιάξουμε
Φίλοι αποτύχαμε ,ας δούμε κι ως εχθροί.
Ας δοκιμάσουμε έτσι απ 'την αρχή.
Τι 'ναι άβυσσος; Τι;
Τι 'ναι η δική σου ψυχή;”
Από τραγούδι: Εχθροί και φίλοι/ Στίχοι: Ελεάνα Βραχάλη