Λευκή μεταμόρφωση

Posted by Κωνσταντίνος Γεωργίου Sun, 16 Oct 2005 18:16:24 EEST

[Εμπνευσμένο το πιο κάτω κείμενο μου, από τα λόγια μιας φίλης. Για ΄σένα λοιπόν.]

Ήταν ένα πρωινό από εκείνα…..με άσπρα συννεφάκια ….ξέρεις……

Μάζεψες τα κόκκινα ροδοπέταλα ,με ένα άσπρο πανί, από το γραφείο.

«Πάλι μαδήσατε εσείς!» είπες χαμογελώντας.

Μέριασες τις κουρτίνες του παράθυρου με δύναμη και μπήκε λευκό σαν χάδι το φως σε όλο τον χώρο. Άνοιξες μετά νωχελικά το παράθυρο και διάχυτο ένα δροσερό αεράκι στριφογύρισε τριγύρω από την ομορφιά σου. Τα κόκκινα τριαντάφυλλα τότε κούνησαν το ανθένιο κεφαλάκι τους και έριξαν λίγα πέταλα.

Κοίταξες για λίγο έξω από το παράθυρο ,τον κόσμο από ψηλά και αναστέναξες.

«Όλα έτοιμα;» Άκουσες να σου φωνάζει μια γνώριμη φωνή.

«Έτοιμα!» Απάντησες.

Μόνο που μόνη, δεν θα μπορούσες……Έπρεπε να ζητήσεις βοήθεια από κάποια που γνώριζε από τέτοια. Θυμάσαι όταν την κοίταξες για πρώτη φορά τρόμαξες με την όψη της .Ήταν Θεέ μου τόσο πολύ ψυχρή ,αμετάβλητη, τυπική, παγωμένη. Που ούτε το χαμόγελο σου δεν την ζέσταινε. Αργότερα ήταν θέμα χρόνου να κατανοήσεις, την ανάγκη, ή, τι σε έλκυε, σε εκείνη.

Μπορεί να μην είχε καρδιά. Αλλά κατά καιρούς πολλοί ήταν εκείνοι που μέσα στον πόνο τους νόμισαν ότι τους έδινε αγάπη. Και αυτό γινόταν ακριβώς εκείνη την στιγμή που εσύ την ξεκρέμασες για λίγο, πολύ λίγο, από εκεί ψηλά που οι άλλοι κρεμόντουσαν από εκείνη.

Ήταν μια μυστήρια επαφή λες και τρεφόταν από εσένα . Λες και σου απορρόφησε σχεδόν όλες σου τις ευαισθησίες.

Τα πράσινα σου μάτια, την ανίχνευσαν για τελευταία φορά. Τότε εκείνη απλώθηκε φαρδιά ,πλατιά μπροστά σου. Την τράβηξες από το μανίκι .Όπως έκανες τότε που ήσουν παιδάκι και σπανίως ήθελες να ζητήσεις προσοχή από κάποιους. Ήθελες αυτούς που αγάπησες .Θυμάσαι,…….. Να προσπαθήσεις να τους προστατεύσεις, με ένα τρόπο, αλλά…..

Ήταν ο δικός σου πόνος ,το δικό σου πείσμα ,που έκανε η ευχή σου να πιάσει. Ήρθε εκείνη τελικά να σε σώσει. Εκείνη που δεν περνούσε μέρα να σου υπενθυμίζει, ότι εσύ, ήσουν η παρείσακτη ,εσύ την κάλεσες ,εσύ την ξύπνησες!

Έριξες μια τελευταία ματιά γύρω σου και προχώρησες. Εκείνη όμως ήταν εκεί ,δίπλα σου, στο πλευρό σου. Μ’ ένα χρώμα αγνό ,αθάνατο ,φωτεινό, που άγγιζε το δέρμα σου.

Στην μάχη όταν μπήκες από την αρχή της έλεγες πάντα,

«γίνε σπαθί και ασπίδα μου»!

Ποσά αλήθεια ξίφη αγγέλων τσάκισε, με το κορμί και τα πλαστικά της χέρια. Πόσους ανθρώπους έσωσε.

«Πόσες ζωές ακόμα! Πόσες!».Έκανες το λάθος μια μέρα και την ρώτησες με παράπονο. Και εκείνη σε έριξε κάτω στο πάτωμα αιμόφυρτη.

Εκείνη αμίλητη όπως πάντα έκανε την δουλεία της μόνο. Μια μάχη έδινε καθημερινά με το αβέβαιο της ζωής και τον θάνατο. Αν νικούσε, η θεραπεία ,η ζωή εσύ χαιρόσουν. Αν νικούσε όμως ο πόνος, ο θάνατος , τις έριχνες ευθηνές. Την άρπαζες με λύσσα και την πέταγες μακριά ,την αιματοβαμμένη.

Μα εκείνη ήταν πάντα εκεί, στην γωνιά της ,τιμωρημένη από εσένα. Δεν περίμενε να μετανιώσεις, να την συμμαζέψεις, να της περιποιηθείς τις πληγές της. Όμως εσύ το έκανες γιατί ήξερες ότι την χρειαζόσουν, την χρειαζόντουσαν…….

Κοίταξες ξανά έξω από το ίδιο παράθυρο, και τα άσπρα σύννεφα έγιναν κόκκινα. Πέρασε η ώρα, έπρεπε να πάτε σπίτι.

Τώρα ήταν η σειρά σου και ένιωσες να ξεχειλίζεις από χαρά. Μα ήταν και η σειρά σου, να κανείς εσύ κάτι για εκείνη και ας μην το εκτιμούσε. Τότε την τακτοποίησες, καθαρή ,λευκή , για λίγο μαζί με τις άλλες στον καναπέ . Να συζητήσει και εκείνη τα νέα της ημέρας. Μα εκείνη αρνιόταν να μιλήσει μαζί τους ,και τις άφηνε έτσι ανενόχλητες να φλυαρούν.

Βράδιασε για τα καλά. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο άνθρωπος σου, το καταφύγιο σου. Σ΄ αγκάλιασε προστατευτικά με τις άσπρες του φτερούγες. Μετά κοίταξες διακριτικά πίσω από τον ώμο του , προς το μέρος της. Σου φάνηκε πώς σε κοίταζε με ζήλεια. Και εσύ χώθηκες στην αγκαλιά του πιο πολύ. Ψιθυρίζοντας του, να σε κρύψει ,να σε πάρει μακριά .Όχι γιατί την φοβόσουν ,αλλά γιατί φοβόσουν μην χρειαστεί αυτός ο άνθρωπος που λάτρευες ,να την γνωρίσει. Κι όμως βαθειά μέσα σου ήξερες ότι χωρίς εκείνη, ίσως δεν θα υπήρχε αυτή η στιγμή.

Έτσι λοιπόν εκείνο το ερχόμενο πρωί και για τα επόμενα, ανοίγεις το ερμάρι δίνοντας της φως και ζωή .Λέγοντας της πάντα με χαμόγελο ,

«καλημέρα, λευκή μου στολή. Ώρα να πάμε στο ιατρείο για δουλειά».

1 comments

    Reader's Comments

  1. Αγαπητέ Κωνσταντίνο,

    Είναι δύσκολο να μην σχολιάσω το κείμενο σου, αφού κατ’ αρχή εσύ δεν αφήνεις κανένα ασχολίαστο. Όπως λέμε δεν αφήνεις τίποτα να πέσει κάτω. Φυσικά από δικής μου πλευράς καλά κάνεις. Πιστεύω ότι έτσι δίνεις μία σοβαρότερη μορφή στην όλη ιστοσελίδα. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί το κείμενο σου αυτό αφήνει πολλά και ανάμεικτα συναισθήματα στον αναγνώστη.

    Από τη δική μου πλευρά βλέπω ότι στο κείμενο σου υπάρχει μία τέλεια αντίθεση άπω την αρχή, με το παιχνίδι των χρωμάτων και τις παρομοιώσεις σου. Είναι φανερό ότι είσαι γνώστης του αντικείμενου. Η δύναμη που δίνεις στο λευκό χρώμα, με διαφορετικές έννοιες κάθε φορά, αυξάνεις έτσι αισθητά την παρουσία του στο χώρο. Από την άλλη αφήνεις ένα κόκκινο τόνο να εισέλθει απαλά σαν ροδοπέταλο, για να το παρομοιάσεις προς το τέλος σαν πόνο και θάνατο. Είναι τόσο φανερό στους πιο κάτω στοίχους σου: «κοίταξες ξανά έξω από το ίδιο παράθυρο και τα άσπρα σύννεφα έγιναν κόκκινα».

    Αξιοσημείωτο το πράσινο που αναφέρεις, έξυπνος ο τρόπος που χρωματίζεις με αυτό τα μάτια. Αφήνεις να φανούν χαρακτηριστικά του ατόμου που χρησιμοποίησες, ενώ παράλληλα αυτό το χρώμα όταν υπάρχει στην αύρα κάποιου ατόμου χαρακτηρίζει θεραπευτικές ικανότητες, ηρεμία και διορατικότητα. Καθόλου τυχαίο για τον όλο χαρακτήρα που αφηγείσαι.

    Φιλικά Άντρη.

    -- Άντρη Κουμίδου ~andrikou, October 17, 2005