Όταν η ελευθέρια λεει, “θέλω!”
Posted by Κωνσταντίνος Γεωργίου Fri, 06 Jan 2006 23:13:25 EET
Όπως και να είχε ήταν μια μέρα που κυλούσε ήρεμα, δίχως αντιπαραθέσεις και καβγάδες ,και για ‘μενα μα και για εκείνη. Σκεφτικά, τι μπορούσε να μας συνέβαινε ,που χάθηκε τόσο πάθος ;Πάντοτε τσακωνόμασταν και αργότερα ,βρεθόμασταν να κάνουμε ερωτά. Ήταν πραγματικά κάτι παράξενο .Όσο και αν προσπαθήσαμε να αλληλοσφακτούμε σήμερα, δεν μας έβγαινε. Σαν μια αγάπη που πάγωσε μέσα στην συνήθεια .Τίποτε δεν έμοιαζε πια εκνευριστικό αυτή την μέρα επάνω της. Μάλλον θα την είχα αποδεχτεί όπως ήταν. Εγώ, που πολλές φορές την έκρινα σκληρά λες και είχα το δικαίωμα! Μα και εκείνη άλλες τόσες με συκοφαντούσε. Δε θα μπορούσε να συγχωρέσει ,πάντα έκανε αντίποινα. Πάντα με εκδικιόταν. Ακόμα και αυτές τις παραχωρήσεις που έκανα ,τις πλήρωνα ακριβά. Τη βοηθούσα ,ή υποτασσόμουνα στα νάζια, τα θελήματα της και την γοητεία της. Για χάρη της κάποτε σκεφτικά να γίνω τέλειος, με ωραία, φρόνιμη και ευγενική συμπεριφορά. Και το έκανα αυτό ,ακόμα και όταν όλα έδειχναν να είναι άδικα και ανήθικα. Μέσα στα θέλω της, ήταν να με αλλάξει και εμφανισιακά . Όλα έπρεπε να ήταν τέλια επάνω μου.
Η ίδια φυσικά… ποτέ της δεν προσφερόταν να κάνει κάποια υποχώρηση, ή κάτι που θα της ζητούσα εγώ . Το μόνο που έκανε ήταν να κάθετε με τις ώρες να βάφετε ,να στολίζετε, μπροστά σε ένα καθρέφτη. Και αφού έβαζε πολλές στρώσης πούδρας στρεφότανε χαμογελαστά προς εμένα με βλέμμα μέδουσας. Πολλές φορές χαμήλωσα τα μάτια μου θυσιάζοντας τα όνειρα και τα αισθήματα μου για χάρη της .Άλλες πάλι δεν την φοβόμουν, πίστευα ότι την ήξερα καλά ,κάθε πιθαμή του κορμιού και του μυαλού της . Σήκωνα το βλέμμα μου, δεν υποκλινόμουν μπρος στην επιφανειακή της ομορφιά. Ήταν τότε που ρίσκαρα και την ίδια μου την ηρεμία. Τέντωνε τότε εκείνη στην αρχή τον λαιμό της και μου έλεγε φωναχτά,« τι θα πει ο κόσμος!»
Φορούσε βιαστικά τις γόβες τις άρπαζε το διαμαντοστολισμένο τσαντάκι της και με περπάτημα που κουνούσαν τους σέξι γοφούς της, κάτω από το μήνι της, έφτανε σε πολυτελή εστιατόρια και χλιδάτες καφετέριες. Συναντούσε εκεί τις φίλες τις, που την συμβούλευαν και την ενημέρωναν για τους πάντες, ή καλύτερα τα πάντα .Μιλούσαν όμως και για ότι ύλη υπήρχε ανεκτίμητης αξίας , χασκογελούσανε ,μα προπαντός , σαν θεές που νόμιζαν ότι ήτανε, η κάθε μια με την χάρη της φυσικά ,άλλαζαν τον κόσμο . Μερικές από αυτές τις φίλες της ήταν, η Διχώνια, η Ζήλια, η Υποκρισία, η Κακία, η Περηφάνια, η Φιλαργυρία, η Αχαριστία, η Μοχθηρία, η Βουλιμία, …
Με εκνεύριζε ο τρόπος της ,αυτός που έβλεπε τα πράγματα έτσι. Το ίδιο έκανε και αυτή, μα εκείνη η επιθετικότητα ,η εκδικιτηκότητα της ήταν το πιο χειρότερο από όλα. Όσοι προσπάθησαν να την βοηθήσουν ,έβρισκε πάντα τον τρόπο να τους απομονώνει, να τους κάνει κακό, να τους πληγώνει.
Αυτή την ήρεμη μέρα είπα να κάνω και εγώ ένα ταξίδι, κάπου λίγο μακριά της. Μπήκα λοιπόν μέσα σ’ ενα πλοίο πιστεύοντας ότι τα κατάφερα τελικά και της ξέφυγα. Ώμος παρατήρησα ότι ,μου έλειπε παρά πολύ. Το άρωμα της ,τα λεπτά της δάχτυλα, τα φιλιά τής ,ακόμα και το θυμωμένο πρόσωπο της. Κατέβηκα από το πλοίο κρατώντας στα χέρια μου ότι μου άνηκε μέσα σε μια βαλίτσα, σαν εκείνα τα πιστεύω μου, που με βάρυναν σήμερα. Εκείνα τα πιστεύω μου, που μας χώριζαν.
Εκείνη ακριβώς την ώρα ,περπατώντας προς την έξοδο του λιμανιού ,ήρθα πρόσωπο, με πρόσωπο μαζί της .Κρατούσε και εκείνη μια βαλίτσα σαν την δικιά μου ,μα κάτι είχε αλλάξει επάνω της ,ή εγώ την έβλεπα αλλιώς. Δεν ήταν καλοντυμένη ,ούτε βαμμένο το πρόσωπο είχε ,έμοιαζε πιο ανθρώπινη. Παραμέρισα πρώτος εγώ και προσπέρασε .Δεν ήθελα να ανταλλάξω καμία λέξη μαζί της. Γιατί σκεφτικά τάχα, ότι θα την μεταμόρφωνε σε εκείνη την άλλη. Εξάλλου ήταν μέρα ηρεμίας και για τους δυο μας.
Περπάτησα για πολλές ώρες μέχρι που τα ποδιά μου κουράσθηκαν. Κοίταξα γύρω μου και ήμουνα σε μια παραλία. Σε λίγο θα έδυε και ο ήλιος, πνίγοντας μαζί του και την τελευταία ηλιαχτίδα του. Κάθισα πάνω σε ένα βράχο χαζεύοντας την ήρεμη θάλασσα που αντάλλαζε το ψυχρώ της χρώμα, με εκείνο το ζεστό ,του ήλιου. Σε κάποια στιγμή πέρασε από μπρος μου ένας παππούλης κρατώντας μαζί του ένα φανάρι . «Προετοιμασμένο σε βλέπω κύριε ,για το σκοτάδι που έρχεται ε;»Του είπα εγώ χαμογελώντας. Ο γέροντας με κοιτάζει με ένα λυπημένο ύφος λέγοντας μου. «Μην την αποφεύγεις γιατί θα χάσεις .Εξάλλου είναι δημιούργημα όλων των ανθρώπων, είναι ανθρώπινη. Σκέψου πόσες πολλές εύθηνες έχει. Δεν κάνει μόνο κακά αλλά και καλά , σε όλους σας. Έτσι δεν είναι όλοι ;Είναι άνθρωπος και αυτή, απλά δεν το ξέρει.» Απομακρύνθηκε τότε ο γέρος και μαζί του πήρε και όλο το φως. Η νύχτα άπλωσε το μελανί της χρώμα παντού. Κάνοντας με να καταλάβω ότι ούτε έπρεπε να επιμένω να αλλάξει εκείνη, μα ούτε και να παραιτηθώ από τις ελπίδες και τα πιστεύω μου .Δεν χρειαζόταν να έχει λογική αυτό, να έβρισκα την άκρη.
Κοίταξα γύρω μου και είδα και άλλους ανθρώπους σαν εμένα ,να κάθονται πάνω στα βράχια της παραλίας ,ατενίζοντας την σκοτεινή θάλασσα. Τελικά όλο αυτό το ταξίδι φυγής ,δεν ήμουν ο μόνος που το έκανε ,όλοι το είχαν κάνει και εξακολουθούν να το κάνουν . Πάρα ταύτα ,όλοι ήταν θυμωμένοι μαζί της. Την έβρισκαν και την βρίσκουν σκληρή, αχάριστη ανευχαρίστητη, μια “ψυχρή ερωμένη”. Μα από την άλλη την συχωρούσαν και την συχωρούν καθημερινά ,όπως και να τους συμπεριφέρεται. Μονό αυτοί φυσικά που δεν θέλουν να χάσουν την ευκαιρία που τους δίνετε ,να αφήσουν ένα αθάνατο, όμορφο σημάδι στο κορμί της, σαν παιδιά. Γιατί ίσως « η ΚΟΙΝΩΝΙΑ», να είναι μια “Σπαρτιάτησα μητέρα”.
Με αφορμή το πιο πάνω κείμενο μου, πιστεύετε ότι θα πρέπει να προσπαθούμε να καλυτερέψουμε την κοινωνία, πηγαίνοντας της κόντρα, με την ζωή που θέλουμε πραγματικά να έχουμε ,ή να την αφήσουμε όπως είναι. Με βία σε κάθε μορφή (παιδική πορνεία, βιασμοί…), ναρκωτικά, αυτοκτονίες, φυλετικές διακρίσεις, απερίσκεπτες εκτρώσεις , πολέμους(συμφέροντος), φιλαργυρία …;
Reader's Comments
Κάποιος είπε ότι, όταν η ελευθερία λέει θέλω ,να την προσέχουμε ,γιατί τις πλύστες φορές γίνετε χειρότερη και από την καταπίεση. Ας κάνουμε καλύτερη κατάχρηση της ο καθένας από μας και σίγουρα η κοινωνία μας, σαν καθρέφτης αυτού που της δίνει το σύνολο ,θα μας το ανταποδώσει όπως κάνει πάντα.
Είναι μεγάλο το κείμενο σου και στην αρχή αποθαρρύνει στο να το διαβάσει κανείς. Αλλά το διάβασα και σίγουρα μου άρεσε πολύ. Έχεις ένα δικό σου τρόπο να γράφεις τους προβληματισμούς σου και τις σκέψεις σου.
Πάνω στο μήνυμα και στην ερώτηση που θέτεις στο τέλος, θέλω να πω ότι την ΚΟΙΝΩΝΙΑ δεν την αλλάζεις (όπως λες έμμεσα μέσα από το κείμενο σου) με το να προσπαθείς να αλλάξεις τους άλλους γύρω σου. Σίγουρα αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος. Αλλά είμαι υπέρ της αλλαγής και υπέρ της προσπάθειας για καλυτέρευση, φτάνει αυτή να πηγάζει πρώτα από μέσα μας. Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να φιλοσοφήσω γενικά, αλλά πιστεύω πως αν ο άνθρωπος έχει πνεύμα ανοικτό, δουλεύει και καλλιεργεί τον δικό του τον πνευματικό κόσμο, αναπόφευκτα επηρεάζει και κατά συνέπεια αλλάζει την κοινωνία στην οποία ζει. Και αυτό σίγουρα γίνεται προς το καλύτερο.
Χρύσω μου! Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια (όντως πολλολοώ πολλές φορές στο γράψιμο μου). Και συμφωνώ απόλυτα μαζί σου .Μόλις φιλοσόφησες ,μην πανικοβλη θεις, δε θα το μάθει κανείς : )