Αποσπάσματα από το άρθρο (Το απόρρητο των τηλεφωνικών επικοινωνιών και η τροποποίηση του Συντάγματος) του Άριστου Τσιάρτα όπως δημοσιεύεται στις εφημερίδες Πολίτης και Χαραυγή .

Η τροποποίηση της συγκεκριμένης πρόνοιας του Συντάγματος, μετά από μια δεκαετία ατελέσφορων συζητήσεων και διαφωνιών, προϋποθέτει νηφαλιότητα και αυτοσυγκράτηση, αφού αποτελεί μια κρίσιμη διαδικασία με σημαντικές θεσμικές συνέπειες. Αν το εύρος και το περιεχόμενο της καθοριστεί μόνο υπό το βάρος της φόρτισης που δημιούργησαν τα πρόσφατα εγκληματικά περιστατικά είναι δυνατό το αναθεωρητικό εγχείρημα να απολέσει τη δυναμική που απαιτείται για την ολοκλήρωση του αλλά και να οδηγήσει σε αλλοιώσεις του δικαιοκρατικού συστήματος προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Μπορεί επίσης να δημιουργήσει τη λανθασμένη εντύπωση ότι η προσπάθεια καταπολέμησης της εγκληματικότητας συνεπάγεται αναγκαστικά περιορισμούς στα δικαιώματα των πολιτών.
[…]
Κατ'ελάχιστον, θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες παραμέτροι και εγγυήσεις που περιβάλλουν την εμπιστευτικότητα της επικοινωνίας καθώς και ο ευπρόσβλητος χαρακτήρας του τηλεφωνικού απόρρητου. Υπό τις δεδομένες συνθήκες δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ότι οι παρακολουθήσεις θα γίνονται πάντα με μυστικότητα χωρίς να το γνωρίζει ο επηρεαζόμενος ενώ ακόμα και στην περίπτωση που επιδιώκεται η παραβίαση του απορρήτου ενός μόνο προσώπου, προσβάλλεται αναπόφευκτα το ίδιο δικαίωμα και άλλων προσώπων.
[…]
Πάντως στην πράξη θα κριθεί και θα διαφανεί αν με την τροποποίηση του Συντάγματος θα σταματήσουν οι παράνομες παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή αν η προσφυγή στην έκδοση δικαστικού διατάγματος θα γίνεται μόνο εφόσον η πρόληψη ή η εξιχνίαση ενός εγκλήματος είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς την άρση του απορρήτου. Μέχρι τότε δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας με κάθε μέσο, και ιδίως η αδικαιολόγητη περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων, δεν συμβιβάζεται με τις αρχές του κράτους δικαίου και με το ιδεώδες της απονομής της δικαιοσύνης.