Κεφάλαιο 1.Η Γιολάντα Στην Πόλη των....Καθ'οδόν προς το κατάστημα χαλιών (2)

Posted by Κυριάκος Τζιυρκαλλής Fri, 09 Sep 2005 15:19:35 EEST

"Ε που τραβάς να πας;"

"Κοίτα όλα αυτά τα φώτα!!"

"Τα βλέπεις άλλη φορά. Εκείνα θα είναι πάντα εκεί."

Εκείνα όλα τα φώτα όμως την τραβούσαν σαν μαγνήτη. Της είχαν θολώσει το μυαλό. Φάνταζαν για αυτήν ένας μαγικός κόσμος που την καλούσε κοντά του. Και εκείνη υπάκουε στο πρόσταγμα και προχωρούσε προς το μέρος όπου έρχονταν τα φώτα.

"Ε περίμενε, τι θα γίνει με μένα;"

Δεν έδωσε σημασία στα λόγια του Πέτρου. Την ακολούθησε. Δεν την προλάβαινε όμως γιατί κρατούσε το χαλί μαζί του και τον καθυστερούσε.

"Τι θα γίνει με το χαλί σου;"

Αμέσως σταμάτησε. Συνειδητοποίησε ότι ακόμα δεν πήγαν το χαλί για καθαρισμό.

"Έλα πίσω και σε παίρνω άλλη φορά ξενάγηση στην πόλη. Τώρα προέχει το χαλί σου. Δεν θα το κουβαλώ παντού επειδή εσύ θέλεις να δεις την πόλη."

"Έχεις δίκαιο κάποια άλλη φορά έρχομαι να τα δω" . Και γύρισε από την άλλη κατεύθυνση προς το καθαριστήριο.

Ήταν πολύ δύσκολο να μην προσέξει τον εκνευρισμό του, έστω και αν δεν του έδινε τόση σημασία μέχρι εκείνη την στιγμή. Ξαφνικά ένοιωσε άσχημα γιατί η αλήθεια ήταν πως κακομεταχειριζόταν το φτωχό γείτονα της.

"Συγγνώμη, απολογούμαι. Σ' έχω και κουβαλείς το χαλί μου, και εγώ η αναίσθητη θέλω να κάνω και περίπατο στην πόλη. Επιστρέφουμε πίσω. Θέλεις βοήθεια με το χαλί;"

"Τώρα προσφέρθηκες να με βοηθήσεις; Μετά από τόση ώρα που το κουβαλώ, τώρα προσφέρθηκες; Όχι, είναι εντάξει. Έτσι και αλλιώς είμαστε πολύ κοντά στο κατάστημά."

Όπως απομακρύνονταν, η Γιολάντα γύρισε προς τα φώτα να τα δει, λες και ήταν η τελευταία φορά που θα τα αντίκριζε. Αμέσως σκέφτηκε ένα απόσπασμα από την βίβλο και αναφώνησε,

"Και τώρα θα μετατραπώ σε στήλη άλατος."

Όπως προχωρούσαν αυτός σκεφτόταν τα λόγια της. Κάτι του θύμιζαν αυτά τα λόγια, αυτή η σκηνή, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι. Ξαφνικά του ήρθε. Ενθουσιάστηκε. Κατάπιε όμως τον ενθουσιασμό του και της είπε,

"Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο το θέαμα που θα αντικρίσεις όταν θα πας εκεί." Εκείνος είχε πάει πολλές φορές εκεί πέρα.

Τότε της έδειξε προς το μέρος ενός άστεγου. Καθόταν χάμω και δίπλα του είχε ένα καπέλο. Το μόνο που λάμβανε ήταν η απάθεια του κόσμου που περνούσε από δίπλα του. Είχε στιγμές που κάποιος συμπονετικός κύριος θα του έριχνε και κανένα νόμισμα, κάνοντάς να ζωγραφιστεί ένα τεράστιο χαμόγελο ευγνωμοσύνης στο πρόσωπο του, και αυτό ίσως από συνήθεια . Αμέσως η Γιολάντα έτρεξε προς το μέρος του. Ποτέ της δεν αντίκρισε άνθρωπο σε τέτοιο χάλι.

"Θέλετε βοήθεια; Να σας βοηθήσω να σηκωθείτε; Δεν πρέπει να είστε εδώ. Θα πρέπει να είστε στο σπίτι σας. Θέλετε να σας πάρουμε εμείς;"

Ο άστεγος την κοίταξε καλά-καλά. Δεν θα σοβαρομιλούσε φυσικά.

"Άφησε λίγα χρήματα στο καπέλο μου κοπέλα μου. Αυτό αρκεί."

Έβαλε το χέρι της μέσα στην τσέπη της και έβγαλε το μικρό της πορτοφόλι. Πήγε απευθείας στην εσωτερική θήκη του πορτοφολιού που ήταν τα νομίσματα. Τα πήρε όλα, τα μέτρησε και του λέει. Δεν είναι πολλά. Πάρε τα όλα. Θα με ελαφρύνεις και μένα. Και του χαμογέλασε.

Όταν απομακρύνθηκαν της λέει ο Πέτρος,

"Βλέπεις πως έχει καταντήσει; Δεν μπορεί να σηκωθεί να δουλέψει. Είναι όμως και αβοήθητος. Αυτός είναι ο κόσμος σε αυτή τη πόλη."

1 comments

    Reader's Comments

  1. Έχω μια παρατήρηση. Το απόσπασμα είναι πάρα πολύ σύντομο και δεν έχει ιδιαίτερες εξελίξεις στην πλοκή. Νομίζω περισσότερο αποθαρρύνει τον αναγνώστη παρά να τον ελκύει. Εγώ όταν θα κάτσω να διαβάσω λίγο από ένα βιβλίο διαβάζω μέχρι να φτάσω σε ένα σημείο κομβικό (τέλος κεφαλαίου, τέλος μια σκηνής κτλ.)

    -- Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ~constandinos, September 09, 2005