Κεφάλαιο 1.Η Γιολάντα Στην Πόλη των Θαυμάτων.Καθ' οδόν προς το κατάστημα χαλιών

Posted by Κυριάκος Τζιυρκαλλής Fri, 02 Sep 2005 11:19:33 EEST

Μόλις ο Πέτρος πάτησε το κουμπί έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα και η Γιολάντα ξεκίνησε να τρέχει, πηδώντας τις σκάλες τρεις - τρεις, σαν αγρίμι. Ενθουσιασμένος με το παιχνίδι περίμενε ανυπόμονα μέχρι να ανέβει το ασανσέρ.

“Κάνε γρήγορα, άνοιξε καταραμένη πόρτα”, αναφώνησε ο Πέτρος, δίνοντας την εντύπωση ότι ήθελε να επιβληθεί στο ασανσέρ γιατί του επιδείκνυε ανυπακοή.

Μόλις άνοιξε η πόρτα, όρμηξε μέσα, χωρίς να προσέξει πως μέσα υπήρχε ένα ζευγάρι γερόντων. Με την ορμή που πήρε δεν απέφυγε την σύγκρουση με την κυρία Νίκη, με αποτέλεσμα να την ρίξει κάτω.

Η κύρια Νίκη και ο κύριος Μιχάλης έμεναν στον πιο πάνω όροφο. Το διαμέρισμα τους ήταν ακριβώς από πάνω από το διαμέρισμα της Γιολάντας. Βρίσκονταν σε αυτή την πολυκατοικία εδώ και παρά πολλά χρόνια. . Ούτε καν οι ίδιοι δεν θυμούνταν πότε είχαν έρθει.

“Κύρια Νίκη συγγνώμη. Είμαι πολύ βιαστικός και δεν σε πρόσεξα.” Είπε ο Πετρος προσπαθώντας να δικαιολογηθεί. Με γρήγορες κινήσεις εναπόθεσε το χαλί στην άκρη και έσκυψε να την σηκώσει, καθώς η πόρτα είχε κλείσει και το ασανσέρ ξεκίνησε να κατεβαίνει.

“Να είσαι πιο προσεκτικός Πέτρο. Εσύ είσαι καλό αγόρι, δεν κανείς τέτοιες αταξίες.” Του είπε εκνευρισμένη η κύρια Νίκη καθώς την σήκωνε. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει το ασανσέρ είχε φθάσει στο ισόγειο. Έκπληκτος βλέπει ότι έδειχνε 0. Τότε οι πόρτες άνοιξαν.

“Εχω φθάσει, πρέπει να βιαστώ” και παίρνει απότομα το χαλί, το σηκώνει και όπως γυρίζει να φύγει η άκρη από το χαλί βρίσκει στο πρόσωπο της Κύριας Νίκης που μόλις είχε σηκωθεί με αποτέλεσμα, να την ρίξει ξανά και να γεμίσει το πρόσωπο της άτυχης γυναίκας με σκόνη. “Και πάλι συγγνώμη.” Απολογήθηκε ο Πετρος καθώς έβγαινε βιαστικός έξω.

Ο Πέτρος είχε καταφέρει επιτέλους να βγει από το ασανσέρ και περίμενε την Γιολαντα για να της ανακοινώσει την νίκη του. Καθώς όμως την περίμενε να κατεβεί από τις σκάλες ακούει μια γυναικεία φωνή να έρχεται από πίσω του.

“Ήρθες Τελικά;” Γυρίζει να κοιτάξει ποιος του μιλά και αντικρίζει με έκπληξη την Γιολάντα να στέκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας.

“Σε περίμενα έξω. Τώρα που ήρθες μπορούμε να πάμε. Απλά ακολούθα με”

“Δεν είναι και τόσο μακριά.

“Ξέρω που είναι” της λέει

“Μόλις κουραστείς πες μου να σταματήσουμε για να ξεκουραστείς.” Ήθελε τόσο πολύ να της αρχίσει τις φωνές εκείνη την στιγμή. Αλλά συγκρατήθηκε, χαμογέλασε με ένα ψεύτικο τρόπο που έκρυβε ειρωνεία και κούνησε το κεφάλι προς τα κάτω προς ένδειξη ότι συμφωνεί.

Στο δρόμο εκείνη όλη την ώρα κοίταζε από εδώ και από εκεί. Όλα της φαίνονταν εξωπραγματικά. Άλλα τα έβλεπε για πρώτη φορά και άλλα πρώτη φορά βρήκε χρόνο να τα μελετήσει πιο καλά. Πολλα από αυτά που της περίγραφαν άλλοι, και αυτή τα ονειρευόταν τα είχε τώρα μπροστά της.

Μπροστά η Γιολαντα και πίσω της ο Πέτρος. Ποτέ δεν είδε τόσο τεράστια κτίρια. Ποτέ δεν της έτυχε να κοιτάξει πάνω και να μην μπορεί να αντικρίσει τον ουρανό. Όλα της φαίνονταν ξένα και όμως τόσο μαγικά. Εκείνη ήταν συνηθισμένη στις πεδιάδες. Να τρέχει μέσα σε ατελείωτα λαγκαδιά. Να ξαπλώνει κάτω τις νύκτες και να μέτρα τα αμέτρητα αστερία. Και όμως πάντα μέσα της μεγάλωνε σαν αρρώστια ο πόθος της να αντικρίσει τα τεράστια και θεσπέσια κτίρια μιας μεγαλούπολης. Θυμόταν πόσο της άρεσε να τρέχει μέσα στα στενά σοκάκια του χωριού της και όμως να αναρωτιέται “Γιατί ο δρόμος να τελειώνει ως εδώ. Τι άλλο έχει να δω.”

Είχε βαρεθεί την απλότητα του χωριού της. Ήθελε να γνωρίσει νέους τόπους, αλλιώτικους από τους δικούς της. Τα γραφικά πέτρινα σπιτάκια, με τις κεραμικό από πάνω, οι λιθόστρωτοι δρόμοι, οι ίδιοι άνθρωποι κάθε μέρα. Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά. Τώρα απλωνόταν μπροστά της ένας νεος κόσμος. Νέα κτίρια μπροστά της, πλατιοί πολυάσχολοι δρόμοι, άγνωστα σε αυτή νέα πρόσωπα. Καθώς ήταν τόσο χαρούμενη σιγοψιθύρισε “Τα κατάφερα”.

Αυτό το σκηνικό που ονειρευόταν μια ζωή και φάνταζε στα μάτια της σαν εικόνες από παραμύθι, παρουσιαζόταν τώρα μπροστά της. Είχε προστεθεί μια νέα ψηφίδα στο τεράστιο μωσαϊκό της μεγαλούπολης. Ποιος θα την πρόσεχε; Μάλλον κανείς. Αυτό όμως ήταν κάτι που ήθελε να ζήσει. Ήθελε να παίξει το ρόλο μιας άγνωστης μέσα σε άγνωστους. Να περνά απαρατήρητη από τους υπόλοιπους, εκτός από αυτούς που θα επέλεγε εκείνη. Είχε τόσους να διαλέξει. Άλλους τόσους να απορρίψει και άλλους τόσους να ξανά-διαλέξει.

Posted in Γιολάντα | 6 comments

    Reader's Comments

  1. Μόλις ο Πέτρος πάτησε το κουμπί έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα και η Γιολάντα ξεκίνησε να τρέχει, πηδώντας τις σκάλες τρεις - τρεις, σαν αγρίμι. Φορούσε ένα πουκάμισο και ανοικτά αρκετά κουμπιά. Ενθουσιασμένος από το θέαμα έμεινε να βλέπει το στήθος της Γιολάντας να πετάει ζωηρά πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω…

    Τον είχε συνεπάρει το θέαμα και μόλις ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ έβλεπε έξω ακόμα και μπαίνοντας κτυπά πάνω στην κυρία Νίκη. Της ζητά συγνώμη αλλά η κυρία Νίκη τον βλέπει στα μάτια και τον κατάλαβε. Του λέει:

    -Ξέρω αυτό το βλέμμα. Έτσι με έβλεπαν και εμένα οι άντρες στα νιάτα μου. Μην με βλέπεις έτσι τώρα, ήμουν μια γκομενάρα και οι άντρες με κυνηγούσαν. Τώρα πώς κατέληξα με τον Μιχάλη ούτε και εγώ ξέρω. Αχ, ρε γέρο μου πώς με ξεγέλασες; Θυμάσαι πώς με ήθελε ο Μητσάρας;

    -Ο Μητσάρας; Ο χασάπης; Αυτός σου άρεσε; Αυτός ήταν ο χαζός του χωριού! λέει ο γέρο Μιχάλης…

    -Χαζός, χαζός αλλά είχε άλλες χάρες, λέει η κυρία Νίκη.

    Παρόλο που θα ήθελε να ακούσει και το υπόλοιπο του καβγά πρέπει να βγει έξω. Δυστυχώς για αυτόν η Γιολάντα τον πέρασε και του λέει:

    -Ήρθες Τελικά; Σε περίμενα έξω. Τώρα που ήρθες μπορούμε να πάμε. Απλά ακολούθα με. Δεν είναι και τόσο μακριά.

    Με απογοήτευση βλέπει τα κουμπιά του πουκαμίσου της να είναι κλειστά. Σκέφτεται ότι μάλλον θα κοίταζε πολύ επίμονα και το κατάλαβε.

    Η Γιολάντα έχει ένα χαζοχαρούμενο ύφος. Βλέπει τα κτίρια και τους δρόμους και κρυφογελά χωρίς να μιλά. Ο Πέτρος, ιδρωμένος την βλέπει και σκέφτεται.

    -Ρε που έμπλεξα, κουβαλώ ένα βρώμικο χαλί για μια χαζοχαρούμενη χωριάτα, και δεν φτάνει αυτό, μου κρύβει και το στήθος της! Εγώ της κάνω την χάρη αλλά αυτή τίποτα! Τς τς τς, έτσι μου έρχεται να τα πετάξω όλα. Ίσως να πάω λίγο από πίσω της, είμαι πιο ψηλός της, και να κοιτάξω να δω λίγο στήθος. Βέβαια έτσι μπορεί να την χτυπήσω με το βρώμικο χαλί όπως χτύπησα και την κυρία Νίκη. Η κυρία Νίκη έμενε και εκείνη σε χωριό όταν ήταν νέα. Πρέπει να ήταν πολύ ζωηρή όταν ήταν νέα. Δεν το κρύβει άλλωστε. Γνώρισε τον κύριο Μιχάλη όταν ήρθε στην πόλη. Αααααααα, τώρα εξηγούνται όλα! Η παλιοχωριάτα ήρθε στην πόλη για να ξεφύγει από τον δικό της χασάπη-Μητσάρα και νομίζει τώρα επειδή της κουβαλώ ένα χαλί ότι θα με κάνει εμένα τον δικό της γέρο-Μιχάλη και θα γεράσουμε μαζί και θα μου θυμίζει τον παλαβοχασάπη της. Έτσι μου έρχεται να της δώσω μια με το χαλί και να φύγω να την αφήσω…

    -- Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ~constandinos, September 02, 2005

  2. Πρόκειται για την πιο γρήγορη παρωδία όλων των εποχών! ;-)

    -- Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ~constandinos, September 02, 2005

  3. Μπράβο και στους δυο σας :) Κυριάκο, μου αρέσει πιο πολύ η Γιολάντα σε αυτό το επεισόδιο. Μου φαίνεται πιο γυναίκα τώρα. Απλά στα προηγούμενα επεισόδια ο τρόπος που μιλούσε και σκεφτόταν ήταν πιο αντρικός. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να αποφεύγεις τις αφηγήσεις που φανερώνουν το χαρακτήρα της. Είναι καλύτερα να την αφήσεις να μιλά και να σκέφτεται μόνη της, όπως έκανες σε αυτό το επεισόδιο. Σιγά σιγά θα αποκτήσει ζωή και θα σου λέει αυτή τι θέλει να κάμει στη συνέχεια. Μπράβο μπράβο. Κωνσταντίνε, είσαι καταπληκτικός ;)

    -- Ελένη Γεωργίου ~geleni, September 02, 2005

  4. Ευχαριστώ Ελένη. Κωνσταντίνο η παρωδία είναι εκπληκτική!! :D:D

    Μήπως θέλεις και να γυναικοδείχνω ; Μπας και πετύχω το ρόλο της Γιολάντας καλύτερα; :P:P:P

    -- Κυριάκος Τζιυρκαλλής ~kyriakita, September 02, 2005

  5. Το δεύτερό σχόλιο απευθύνεται στην Ελένη :-)

    -- Κυριάκος Τζιυρκαλλής ~kyriakita, September 02, 2005

  6. Χαχα, πολύ ωραία· και η παρωδία φοβερή.

    -- Χρίστος Ευαγγέλου ~christose, September 04, 2005